Κλίση του ρήματος φλιπάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

φλιπάρω
to flip, flip out (to go berserk or crazy)
Πλήρης κλίση του ρήματος φλιπάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ φλιπάρω
εσύ φλιπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό φλιπάρει
εμείς φλιπάρουμε
εσείς φλιπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά φλιπάρουν / φλιπάρουνε

Παρατατικός

εγώ φλίπαρα / φλιπάριζα
εσύ φλίπαρες / φλιπάριζες
αυτός/αυτή/αυτό φλίπαρε / φλιπάριζε
εμείς φλιπάραμε
εσείς φλιπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φλίπαραν / φλιπάραν / φλιπάρανε / φλιπάριζαν

Αόριστος

εγώ φλίπαρα / φλιπάρισα
εσύ φλίπαρες / φλιπάρισες
αυτός/αυτή/αυτό φλίπαρε / φλιπάρισε
εμείς φλιπάραμε
εσείς φλιπάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φλίπαραν / φλιπάραν / φλιπάρανε / φλιπάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα φλιπάρω
εσύ θα φλιπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φλιπάρει
εμείς θα φλιπάρουμε
εσείς θα φλιπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φλιπάρουν / θα φλιπάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα φλιπάρω
εσύ θα φλιπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φλιπάρει
εμείς θα φλιπάρουμε
εσείς θα φλιπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φλιπάρουν / θα φλιπάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να φλιπάρω
εσύ να φλιπάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να φλιπάρει
εμείς να φλιπάρουμε
εσείς να φλιπάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φλιπάρουν / φλιπάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω φλιπάρει
εσύ έχεις φλιπάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φλιπάρει
εμείς έχουμε φλιπάρει
εσείς έχετε φλιπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φλιπάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα φλιπάρει
εσύ είχες φλιπάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φλιπάρει
εμείς είχαμε φλιπάρει
εσείς είχατε φλιπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φλιπάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω φλιπάρει
εσύ θα έχεις φλιπάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φλιπάρει
εμείς θα έχουμε φλιπάρει
εσείς θα έχετε φλιπάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φλιπάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) φλίπαρε / φλιπάριζε
(εσείς) φλιπάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) φλίπαρε / φλιπάρισε
(εσείς) φλιπάρτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

φλιπάροντας / έχοντας φλιπάρει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

φλιπαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

φλιπάρει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.