to fix (eg colour), finalise (decision)
Πλήρης κλίση του ρήματος φιξάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φιξάρω
εσύ φιξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό φιξάρει
εμείς φιξάρουμε
εσείς φιξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξάρουν / φιξάρουνε
Παρατατικός
εγώ φιξάριζα
εσύ φιξάριζες
αυτός/αυτή/αυτό φιξάριζε
εμείς φιξάραμε
εσείς φιξάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξάριζαν / φιξάραν / φιξάρανε
Αόριστος
εγώ φιξάρισα
εσύ φιξάρισες
αυτός/αυτή/αυτό φιξάρισε
εμείς φιξάραμε
εσείς φιξάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξάρισαν / φιξάραν / φιξάρανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φιξάρω
εσύ θα φιξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φιξάρει
εμείς θα φιξάρουμε
εσείς θα φιξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιξάρουν / θα φιξάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φιξάρω
εσύ θα φιξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φιξάρει
εμείς θα φιξάρουμε
εσείς θα φιξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιξάρουν / θα φιξάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φιξάρω
εσύ να φιξάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να φιξάρει
εμείς να φιξάρουμε
εσείς να φιξάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φιξάρουν / φιξάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φιξάρει
εσύ έχεις φιξάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φιξάρει
εμείς έχουμε φιξάρει
εσείς έχετε φιξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φιξάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φιξάρει
εσύ είχες φιξάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φιξάρει
εμείς είχαμε φιξάρει
εσείς είχατε φιξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φιξάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φιξάρει
εσύ θα έχεις φιξάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φιξάρει
εμείς θα έχουμε φιξάρει
εσείς θα έχετε φιξάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φιξάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φιξάριζε
(εσείς) φιξάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φιξάρισε
(εσείς) φιξάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φιξάρομαι
εσύ φιξάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φιξάρεται
εμείς φιξαριζόμαστε
εσείς φιξάρεστε / φιξαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξάρονται
Παρατατικός
εγώ φιξαριζόμουν / φιξαριζόμουνα
εσύ φιξαριζόσουν / φιξαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φιξαριζόταν / φιξαριζότανε
εμείς φιξαριζόμασταν / φιξαριζόμαστε
εσείς φιξαριζόσασταν / φιξαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξάρονταν / φιξαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ φιξαρίστηκα
εσύ φιξαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό φιξαρίστηκε
εμείς φιξαριστήκαμε
εσείς φιξαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φιξαρίστηκαν / φιξαριστήκαν / φιξαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φιξάρομαι
εσύ θα φιξάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φιξάρεται
εμείς θα φιξαριζόμαστε
εσείς θα φιξάρεστε / θα φιξαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιξάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φιξαριστώ
εσύ θα φιξαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φιξαριστεί
εμείς θα φιξαριστούμε
εσείς θα φιξαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιξαριστούν / θα φιξαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φιξαριστώ
εσύ να φιξαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να φιξαριστεί
εμείς να φιξαριστούμε
εσείς να φιξαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φιξαριστούν / φιξαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φιξαριστεί
εσύ έχεις φιξαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φιξαριστεί
εμείς έχουμε φιξαριστεί
εσείς έχετε φιξαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φιξαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φιξαριστεί
εσύ είχες φιξαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φιξαριστεί
εμείς είχαμε φιξαριστεί
εσείς είχατε φιξαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φιξαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φιξαριστεί
εσύ θα έχεις φιξαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φιξαριστεί
εμείς θα έχουμε φιξαριστεί
εσείς θα έχετε φιξαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φιξαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φιξάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φιξαρίσου
(εσείς) φιξαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φιξάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φιξάρει
Μετοχή παρακειμένου
φιξαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φιξάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φιξαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.