Κλίση του ρήματος φιλοσοφώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

φιλοσοφώ
to philosophise (UK), philosophize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος φιλοσοφώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ φιλοσοφώ
εσύ φιλοσοφείς
αυτός/αυτή/αυτό φιλοσοφεί
εμείς φιλοσοφούμε
εσείς φιλοσοφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά φιλοσοφούν / φιλοσοφούνε

Παρατατικός

εγώ φιλοσοφούσα
εσύ φιλοσοφούσες
αυτός/αυτή/αυτό φιλοσοφούσε
εμείς φιλοσοφούσαμε
εσείς φιλοσοφούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φιλοσοφούσαν / φιλοσοφούσανε

Αόριστος

εγώ φιλοσόφησα
εσύ φιλοσόφησες
αυτός/αυτή/αυτό φιλοσόφησε
εμείς φιλοσοφήσαμε
εσείς φιλοσοφήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φιλοσόφησαν / φιλοσοφήσαν / φιλοσοφήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα φιλοσοφώ
εσύ θα φιλοσοφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φιλοσοφεί
εμείς θα φιλοσοφούμε
εσείς θα φιλοσοφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιλοσοφούν / θα φιλοσοφούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα φιλοσοφήσω
εσύ θα φιλοσοφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φιλοσοφήσει
εμείς θα φιλοσοφήσουμε
εσείς θα φιλοσοφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φιλοσοφήσουν / θα φιλοσοφήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να φιλοσοφήσω
εσύ να φιλοσοφήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φιλοσοφήσει
εμείς να φιλοσοφήσουμε
εσείς να φιλοσοφήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φιλοσοφήσουν / φιλοσοφήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω φιλοσοφήσει
εσύ έχεις φιλοσοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φιλοσοφήσει
εμείς έχουμε φιλοσοφήσει
εσείς έχετε φιλοσοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φιλοσοφήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα φιλοσοφήσει
εσύ είχες φιλοσοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φιλοσοφήσει
εμείς είχαμε φιλοσοφήσει
εσείς είχατε φιλοσοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φιλοσοφήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω φιλοσοφήσει
εσύ θα έχεις φιλοσοφήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φιλοσοφήσει
εμείς θα έχουμε φιλοσοφήσει
εσείς θα έχετε φιλοσοφήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φιλοσοφήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) φιλοσοφείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) φιλοσόφησε
(εσείς) φιλοσοφήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

φιλοσοφώντας / έχοντας φιλοσοφήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

φιλοσοφημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

φιλοσοφήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.