alternative form of φτάνω (ftáno)
Πλήρης κλίση του ρήματος φθάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φθάνω
εσύ φθάνεις
αυτός/αυτή/αυτό φθάνει
εμείς φθάνουμε
εσείς φθάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά φθάνουν / φθάνουνε
Παρατατικός
εγώ έφθανα
εσύ έφθανες
αυτός/αυτή/αυτό έφθανε
εμείς φθάναμε
εσείς φθάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφθαναν / φθάναν / φθάνανε
Αόριστος
εγώ έφθασα
εσύ έφθασες
αυτός/αυτή/αυτό έφθασε
εμείς φθάσαμε
εσείς φθάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφθασαν / φθάσαν / φθάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φθάνω
εσύ θα φθάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φθάνει
εμείς θα φθάνουμε
εσείς θα φθάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φθάνουν / θα φθάνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φθάσω
εσύ θα φθάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φθάσει
εμείς θα φθάσουμε
εσείς θα φθάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φθάσουν / θα φθάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φθάσω
εσύ να φθάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φθάσει
εμείς να φθάσουμε
εσείς να φθάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φθάσουν / φθάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φθάσει
εσύ έχεις φθάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φθάσει
εμείς έχουμε φθάσει
εσείς έχετε φθάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φθάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φθάσει
εσύ είχες φθάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φθάσει
εμείς είχαμε φθάσει
εσείς είχατε φθάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φθάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φθάσει
εσύ θα έχεις φθάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φθάσει
εμείς θα έχουμε φθάσει
εσείς θα έχετε φθάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φθάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φθάνε
(εσείς) φθάνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φθάσε
(εσείς) φθάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φθάνοντας / έχοντας φθάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φθασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φθάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.