to leave, depart, go
Πλήρης κλίση του ρήματος φεύγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φεύγω
εσύ φεύγεις
αυτός/αυτή/αυτό φεύγει
εμείς φεύγουμε
εσείς φεύγετε
αυτοί/αυτές/αυτά φεύγουν / φεύγουνε
Παρατατικός
εγώ έφευγα
εσύ έφευγες
αυτός/αυτή/αυτό έφευγε
εμείς φεύγαμε
εσείς φεύγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφευγαν / φεύγαν / φεύγανε
Αόριστος
εγώ έφυγα
εσύ έφυγες
αυτός/αυτή/αυτό έφυγε
εμείς φύγαμε
εσείς φύγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφυγαν / φύγαν / φύγανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φεύγω
εσύ θα φεύγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φεύγει
εμείς θα φεύγουμε
εσείς θα φεύγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φεύγουν / θα φεύγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φύγω
εσύ θα φύγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φύγει
εμείς θα φύγουμε
εσείς θα φύγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φύγουν / θα φύγουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φύγω
εσύ να φύγεις
αυτός/αυτή/αυτό να φύγει
εμείς να φύγουμε
εσείς να φύγετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φύγουν / φύγουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φύγει
εσύ έχεις φύγει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φύγει
εμείς έχουμε φύγει
εσείς έχετε φύγει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φύγει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φύγει
εσύ είχες φύγει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φύγει
εμείς είχαμε φύγει
εσείς είχατε φύγει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φύγει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φύγει
εσύ θα έχεις φύγει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φύγει
εμείς θα έχουμε φύγει
εσείς θα έχετε φύγει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φύγει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φεύγε
(εσείς) φεύγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φύγε / φεύγα
(εσείς) φύγετε / φευγάτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φεύγοντας / έχοντας φύγει
Απαρέμφατο
φύγει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.