to make out, snog (embrace and kiss passionately)
Πλήρης κλίση του ρήματος φασώνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φασώνομαι
εσύ φασώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φασώνεται
εμείς φασωνόμαστε
εσείς φασώνεστε / φασωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φασώνονται
Παρατατικός
εγώ φασωνόμουν / φασωνόμουνα
εσύ φασωνόσουν / φασωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φασωνόταν / φασωνότανε
εμείς φασωνόμασταν / φασωνόμαστε
εσείς φασωνόσασταν / φασωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φασώνονταν / φασωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ φασώθηκα
εσύ φασώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό φασώθηκε
εμείς φασωθήκαμε
εσείς φασωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φασώθηκαν / φασωθήκαν / φασωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φασώνομαι
εσύ θα φασώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φασώνεται
εμείς θα φασωνόμαστε
εσείς θα φασώνεστε / θα φασωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φασώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φασωθώ
εσύ θα φασωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φασωθεί
εμείς θα φασωθούμε
εσείς θα φασωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φασωθούν / θα φασωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φασωθώ
εσύ να φασωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να φασωθεί
εμείς να φασωθούμε
εσείς να φασωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φασωθούν / φασωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φασωθεί
εσύ έχεις φασωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φασωθεί
εμείς έχουμε φασωθεί
εσείς έχετε φασωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φασωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φασωθεί
εσύ είχες φασωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φασωθεί
εμείς είχαμε φασωθεί
εσείς είχατε φασωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φασωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φασωθεί
εσύ θα έχεις φασωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φασωθεί
εμείς θα έχουμε φασωθεί
εσείς θα έχετε φασωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φασωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φασώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) φασωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
φασωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
φασωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.