to poison
Πλήρης κλίση του ρήματος φαρμακώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φαρμακώνω
εσύ φαρμακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό φαρμακώνει
εμείς φαρμακώνουμε
εσείς φαρμακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμακώνουν / φαρμακώνουνε
Παρατατικός
εγώ φαρμάκωνα
εσύ φαρμάκωνες
αυτός/αυτή/αυτό φαρμάκωνε
εμείς φαρμακώναμε
εσείς φαρμακώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμάκωναν / φαρμακώναν / φαρμακώνανε
Αόριστος
εγώ φαρμάκωσα
εσύ φαρμάκωσες
αυτός/αυτή/αυτό φαρμάκωσε
εμείς φαρμακώσαμε
εσείς φαρμακώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμάκωσαν / φαρμακώσαν / φαρμακώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φαρμακώνω
εσύ θα φαρμακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φαρμακώνει
εμείς θα φαρμακώνουμε
εσείς θα φαρμακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φαρμακώνουν / θα φαρμακώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαρμακώσω
εσύ θα φαρμακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φαρμακώσει
εμείς θα φαρμακώσουμε
εσείς θα φαρμακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φαρμακώσουν / θα φαρμακώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φαρμακώσω
εσύ να φαρμακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να φαρμακώσει
εμείς να φαρμακώσουμε
εσείς να φαρμακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φαρμακώσουν / φαρμακώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φαρμακώσει
εσύ έχεις φαρμακώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φαρμακώσει
εμείς έχουμε φαρμακώσει
εσείς έχετε φαρμακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φαρμακώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φαρμακώσει
εσύ είχες φαρμακώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φαρμακώσει
εμείς είχαμε φαρμακώσει
εσείς είχατε φαρμακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φαρμακώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φαρμακώσει
εσύ θα έχεις φαρμακώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φαρμακώσει
εμείς θα έχουμε φαρμακώσει
εσείς θα έχετε φαρμακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φαρμακώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φαρμάκωνε
(εσείς) φαρμακώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φαρμάκωσε
(εσείς) φαρμακώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φαρμακώνομαι
εσύ φαρμακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό φαρμακώνεται
εμείς φαρμακωνόμαστε
εσείς φαρμακώνεστε / φαρμακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμακώνονται
Παρατατικός
εγώ φαρμακωνόμουν / φαρμακωνόμουνα
εσύ φαρμακωνόσουν / φαρμακωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό φαρμακωνόταν / φαρμακωνότανε
εμείς φαρμακωνόμασταν / φαρμακωνόμαστε
εσείς φαρμακωνόσασταν / φαρμακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμακώνονταν / φαρμακωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ φαρμακώθηκα
εσύ φαρμακώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό φαρμακώθηκε
εμείς φαρμακωθήκαμε
εσείς φαρμακωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά φαρμακώθηκαν / φαρμακωθήκαν / φαρμακωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φαρμακώνομαι
εσύ θα φαρμακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα φαρμακώνεται
εμείς θα φαρμακωνόμαστε
εσείς θα φαρμακώνεστε / θα φαρμακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φαρμακώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φαρμακωθώ
εσύ θα φαρμακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα φαρμακωθεί
εμείς θα φαρμακωθούμε
εσείς θα φαρμακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φαρμακωθούν / θα φαρμακωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φαρμακωθώ
εσύ να φαρμακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να φαρμακωθεί
εμείς να φαρμακωθούμε
εσείς να φαρμακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να φαρμακωθούν / φαρμακωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φαρμακωθεί
εσύ έχεις φαρμακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει φαρμακωθεί
εμείς έχουμε φαρμακωθεί
εσείς έχετε φαρμακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φαρμακωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φαρμακωθεί
εσύ είχες φαρμακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε φαρμακωθεί
εμείς είχαμε φαρμακωθεί
εσείς είχατε φαρμακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φαρμακωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φαρμακωθεί
εσύ θα έχεις φαρμακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φαρμακωθεί
εμείς θα έχουμε φαρμακωθεί
εσείς θα έχετε φαρμακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φαρμακωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) φαρμακώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φαρμακώσου
(εσείς) φαρμακωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φαρμακώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας φαρμακώσει
Μετοχή παρακειμένου
φαρμακωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
φαρμακώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
φαρμακωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.