to shine
Πλήρης κλίση του ρήματος φέγγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ φέγγω
εσύ φέγγεις
αυτός/αυτή/αυτό φέγγει
εμείς φέγγουμε
εσείς φέγγετε
αυτοί/αυτές/αυτά φέγγουν / φέγγουνε
Παρατατικός
εγώ έφεγγα
εσύ έφεγγες
αυτός/αυτή/αυτό έφεγγε
εμείς φέγγαμε
εσείς φέγγατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφεγγαν / φέγγαν / φέγγανε
Αόριστος
εγώ έφεξα
εσύ έφεξες
αυτός/αυτή/αυτό έφεξε
εμείς φέξαμε
εσείς φέξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έφεξαν / φέξαν / φέξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα φέγγω
εσύ θα φέγγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φέγγει
εμείς θα φέγγουμε
εσείς θα φέγγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φέγγουν / θα φέγγουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φέξω
εσύ θα φέξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα φέξει
εμείς θα φέξουμε
εσείς θα φέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα φέξουν / θα φέξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να φέξω
εσύ να φέξεις
αυτός/αυτή/αυτό να φέξει
εμείς να φέξουμε
εσείς να φέξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να φέξουν / φέξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω φέξει
εσύ έχεις φέξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει φέξει
εμείς έχουμε φέξει
εσείς έχετε φέξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν φέξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα φέξει
εσύ είχες φέξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε φέξει
εμείς είχαμε φέξει
εσείς είχατε φέξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν φέξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω φέξει
εσύ θα έχεις φέξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει φέξει
εμείς θα έχουμε φέξει
εσείς θα έχετε φέξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν φέξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) φέγγε
(εσείς) φέγγετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) φέξε / φέχ'
(εσείς) φέξτε / φέχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
φέγγοντας / έχοντας φέξει
Απαρέμφατο
φέξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.