to suspect
Πλήρης κλίση του ρήματος υποψιάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποψιάζω
εσύ υποψιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό υποψιάζει
εμείς υποψιάζουμε
εσείς υποψιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψιάζουν / υποψιάζουνε
Παρατατικός
εγώ υποψίαζα
εσύ υποψίαζες
αυτός/αυτή/αυτό υποψίαζε
εμείς υποψιάζαμε
εσείς υποψιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψίαζαν / υποψιάζαν / υποψιάζανε
Αόριστος
εγώ υποψίασα
εσύ υποψίασες
αυτός/αυτή/αυτό υποψίασε
εμείς υποψιάσαμε
εσείς υποψιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψίασαν / υποψιάσαν / υποψιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποψιάζω
εσύ θα υποψιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποψιάζει
εμείς θα υποψιάζουμε
εσείς θα υποψιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποψιάζουν / θα υποψιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποψιάσω
εσύ θα υποψιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποψιάσει
εμείς θα υποψιάσουμε
εσείς θα υποψιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποψιάσουν / θα υποψιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υποψιάσω
εσύ να υποψιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποψιάσει
εμείς να υποψιάσουμε
εσείς να υποψιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποψιάσουν / υποψιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υποψιάσει
εσύ έχεις υποψιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποψιάσει
εμείς έχουμε υποψιάσει
εσείς έχετε υποψιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποψιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υποψιάσει
εσύ είχες υποψιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποψιάσει
εμείς είχαμε υποψιάσει
εσείς είχατε υποψιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποψιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υποψιάσει
εσύ θα έχεις υποψιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποψιάσει
εμείς θα έχουμε υποψιάσει
εσείς θα έχετε υποψιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποψιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υποψίαζε
(εσείς) υποψιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υποψίασε
(εσείς) υποψιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποψιάζομαι
εσύ υποψιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποψιάζεται
εμείς υποψιαζόμαστε
εσείς υποψιάζεστε / υποψιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψιάζονται
Παρατατικός
εγώ υποψιαζόμουν / υποψιαζόμουνα
εσύ υποψιαζόσουν / υποψιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υποψιαζόταν / υποψιαζότανε
εμείς υποψιαζόμασταν / υποψιαζόμαστε
εσείς υποψιαζόσασταν / υποψιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψιάζονταν / υποψιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ υποψιάστηκα
εσύ υποψιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό υποψιάστηκε
εμείς υποψιαστήκαμε
εσείς υποψιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποψιάστηκαν / υποψιαστήκαν / υποψιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποψιάζομαι
εσύ θα υποψιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποψιάζεται
εμείς θα υποψιαζόμαστε
εσείς θα υποψιάζεστε / θα υποψιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποψιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποψιαστώ
εσύ θα υποψιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υποψιαστεί
εμείς θα υποψιαστούμε
εσείς θα υποψιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποψιαστούν / θα υποψιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υποψιαστώ
εσύ να υποψιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να υποψιαστεί
εμείς να υποψιαστούμε
εσείς να υποψιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποψιαστούν / υποψιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υποψιαστεί
εσύ έχεις υποψιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποψιαστεί
εμείς έχουμε υποψιαστεί
εσείς έχετε υποψιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποψιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υποψιαστεί
εσύ είχες υποψιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποψιαστεί
εμείς είχαμε υποψιαστεί
εσείς είχατε υποψιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποψιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υποψιαστεί
εσύ θα έχεις υποψιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποψιαστεί
εμείς θα έχουμε υποψιαστεί
εσείς θα έχετε υποψιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποψιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υποψιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υποψιάσου
(εσείς) υποψιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υποψιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας υποψιάσει
Μετοχή παρακειμένου
υποψιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
υποψιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
υποψιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.