Κλίση του ρήματος υποσκάπτω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υποσκάπτω
to undermine
Πλήρης κλίση του ρήματος υποσκάπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποσκάπτω
εσύ υποσκάπτεις
αυτός/αυτή/αυτό υποσκάπτει
εμείς υποσκάπτουμε
εσείς υποσκάπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποσκάπτουν / υποσκάπτουνε

Παρατατικός

εγώ υπέσκαπτα
εσύ υπέσκαπτες
αυτός/αυτή/αυτό υπέσκαπτε
εμείς υποσκάπταμε
εσείς υποσκάπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέσκαπταν / υποσκάπταν / υποσκάπτανε

Αόριστος

εγώ υπέσκαψα
εσύ υπέσκαψες
αυτός/αυτή/αυτό υπέσκαψε
εμείς υποσκάψαμε
εσείς υποσκάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέσκαψαν / υποσκάψαν / υποσκάψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποσκάπτω
εσύ θα υποσκάπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποσκάπτει
εμείς θα υποσκάπτουμε
εσείς θα υποσκάπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποσκάπτουν / θα υποσκάπτουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποσκάψω
εσύ θα υποσκάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποσκάψει
εμείς θα υποσκάψουμε
εσείς θα υποσκάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποσκάψουν / θα υποσκάψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποσκάψω
εσύ να υποσκάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποσκάψει
εμείς να υποσκάψουμε
εσείς να υποσκάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποσκάψουν / υποσκάψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποσκάψει
εσύ έχεις υποσκάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποσκάψει
εμείς έχουμε υποσκάψει
εσείς έχετε υποσκάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποσκάψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποσκάψει
εσύ είχες υποσκάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποσκάψει
εμείς είχαμε υποσκάψει
εσείς είχατε υποσκάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποσκάψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποσκάψει
εσύ θα έχεις υποσκάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποσκάψει
εμείς θα έχουμε υποσκάψει
εσείς θα έχετε υποσκάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποσκάψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπόσκαπτε
(εσείς) υποσκάπτετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπόσκαψε
(εσείς) υπόσκαψε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποσκάπτομαι
εσύ υποσκάπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποσκάπτεται
εμείς υποσκαπτόμαστε
εσείς υποσκάπτεστε / υποσκάπτεσθε / υποσκαπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποσκάπτονται

Παρατατικός

εγώ υποσκαπτόμουν / υποσκαπτόμουνα
εσύ υποσκαπτόσουν / υποσκαπτόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υποσκαπτόταν / υποσκαπτότανε
εμείς υποσκαπτόμασταν / υποσκαπτόμαστε
εσείς υποσκαπτόσασταν / υποσκαπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποσκάπτονταν / υποσκαπτόντουσαν

Αόριστος

εγώ υποσκάφηκα / υποσκάφθηκα
εσύ υποσκάφηκες / υποσκάφθηκες
αυτός/αυτή/αυτό υποσκάφηκε / υποσκάφθηκε
εμείς υποσκαφήκαμε / υποσκαφθήκαμε
εσείς υποσκαφήκατε / υποσκαφθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποσκάφηκαν / υποσκαφήκαν / υποσκαφήκανε / υποσκάφθηκαν / υποσκαφθήκαν / υποσκαφθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποσκάπτομαι
εσύ θα υποσκάπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποσκάπτεται
εμείς θα υποσκαπτόμαστε
εσείς θα υποσκάπτεστε / θα υποσκάπτεσθε / θα υποσκαπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποσκάπτονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποσκαφώ / θα υποσκαφθώ
εσύ θα υποσκαφείς / θα υποσκαφθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υποσκαφεί / θα υποσκαφθεί
εμείς θα υποσκαφούμε / θα υποσκαφθούμε
εσείς θα υποσκαφείτε / θα υποσκαφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποσκαφούν / θα υποσκαφούνε / θα υποσκαφθούν / θα υποσκαφθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποσκαφώ / υποσκαφθώ
εσύ να υποσκαφείς / υποσκαφθείς
αυτός/αυτή/αυτό να υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εμείς να υποσκαφούμε / υποσκαφθούμε
εσείς να υποσκαφείτε / υποσκαφθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποσκαφούν / υποσκαφούνε / υποσκαφθούν / υποσκαφθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσύ έχεις υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εμείς έχουμε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσείς έχετε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποσκαφεί / υποσκαφθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσύ είχες υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εμείς είχαμε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσείς είχατε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποσκαφεί / υποσκαφθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσύ θα έχεις υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εμείς θα έχουμε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
εσείς θα έχετε υποσκαφεί / υποσκαφθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποσκαφεί / υποσκαφθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υποσκάπτεστε / υποσκάπτεσθε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποσκάψου
(εσείς) υποσκαφείτε / υποσκαφθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υποσκάπτοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υποσκάψει

Απαρέμφατο

υποσκάψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υποσκαφεί / υποσκαφθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.