to succumb
Πλήρης κλίση του ρήματος υποκύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποκύπτω
εσύ υποκύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό υποκύπτει
εμείς υποκύπτουμε
εσείς υποκύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποκύπτουν / υποκύπτουνε
Παρατατικός
εγώ υπέκυπτα
εσύ υπέκυπτες
αυτός/αυτή/αυτό υπέκυπτε
εμείς υποκύπταμε
εσείς υποκύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέκυπταν / υποκύπταν / υποκύπτανε
Αόριστος
εγώ υπέκυψα
εσύ υπέκυψες
αυτός/αυτή/αυτό υπέκυψε
εμείς υποκύψαμε
εσείς υποκύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέκυψαν / υποκύψαν / υποκύψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποκύπτω
εσύ θα υποκύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποκύπτει
εμείς θα υποκύπτουμε
εσείς θα υποκύπτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποκύπτουν / θα υποκύπτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποκύψω
εσύ θα υποκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποκύψει
εμείς θα υποκύψουμε
εσείς θα υποκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποκύψουν / θα υποκύψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υποκύψω
εσύ να υποκύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποκύψει
εμείς να υποκύψουμε
εσείς να υποκύψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποκύψουν / υποκύψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υποκύψει
εσύ έχεις υποκύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποκύψει
εμείς έχουμε υποκύψει
εσείς έχετε υποκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποκύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υποκύψει
εσύ είχες υποκύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποκύψει
εμείς είχαμε υποκύψει
εσείς είχατε υποκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποκύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υποκύψει
εσύ θα έχεις υποκύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποκύψει
εμείς θα έχουμε υποκύψει
εσείς θα έχετε υποκύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποκύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υπόκυπτε
(εσείς) υποκύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υπόκυψε
(εσείς) υποκύψτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υποκύπτοντας / έχοντας υποκύψει
Απαρέμφατο
υποκύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.