to conceal, dissemble
Πλήρης κλίση του ρήματος υποκρύπτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποκρύπτω
εσύ υποκρύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό υποκρύπτει
εμείς υποκρύπτουμε
εσείς υποκρύπτετε
Παρατατικός
εγώ υπέκρυπτα
εσύ υπέκρυπτες
αυτός/αυτή/αυτό υπέκρυπτε
εμείς υποκρύπταμε
εσείς υποκρύπτατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέκρυπταν
Αόριστος
εγώ υπέκρυψα
εσύ υπέκρυψες
αυτός/αυτή/αυτό υπέκρυψε
εμείς υποκρύψαμε
εσείς υποκρύψατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέκρυψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποκρύπτω
εσύ θα υποκρύπτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποκρύπτει
εμείς θα υποκρύπτουμε
εσείς θα υποκρύπτετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποκρύψω
εσύ θα υποκρύψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποκρύψει
εμείς θα υποκρύψουμε
εσείς θα υποκρύψετε
Υποτακτική (να)
εγώ να υποκρύψω
εσύ να υποκρύψεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποκρύψει
εμείς να υποκρύψουμε
εσείς να υποκρύψετε
Παρακείμενος
εγώ έχω υποκρύψει
εσύ έχεις υποκρύψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποκρύψει
εμείς έχουμε υποκρύψει
εσείς έχετε υποκρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποκρύψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υποκρύψει
εσύ είχες υποκρύψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποκρύψει
εμείς είχαμε υποκρύψει
εσείς είχατε υποκρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποκρύψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υποκρύψει
εσύ θα έχεις υποκρύψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποκρύψει
εμείς θα έχουμε υποκρύψει
εσείς θα έχετε υποκρύψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποκρύψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υπόκρυπτε
(εσείς) υποκρύπτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υπόκρυψε
(εσείς) υποκρύψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποκρύπτομαι
εσύ υποκρύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποκρύπτεται
εμείς υποκρυπτόμαστε
εσείς υποκρύπτεστε / υποκρύπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά υποκρύπτονται
Παρατατικός
εμείς υποκρυπτόμασταν / υποκρυπτόμαστε
εσείς υποκρυπτόσασταν / υποκρυπτόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποκρύπτονταν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποκρύπτομαι
εσύ θα υποκρύπτεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποκρύπτεται
εμείς θα υποκρυπτόμαστε
εσείς θα υποκρύπτεστε / θα υποκρύπτεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποκρύπτονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υποκρύπτεστε / υποκρύπτεσθε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υποκρύπτοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας υποκρύψει
Απαρέμφατο
υποκρύψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.