to give refuge, support — (especially in secret)
Πλήρης κλίση του ρήματος υποθάλπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποθάλπω
εσύ υποθάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό υποθάλπει
εμείς υποθάλπουμε
εσείς υποθάλπετε
Παρατατικός
εγώ υπέθαλπα
εσύ υπέθαλπες
αυτός/αυτή/αυτό υπέθαλπε
εμείς υποθάλπαμε
εσείς υποθάλπατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέθαλπαν
Αόριστος
εγώ υπέθαλψα
εσύ υπέθαλψες
αυτός/αυτή/αυτό υπέθαλψε
εμείς υποθάλψαμε
εσείς υποθάλψατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπέθαλψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποθάλπω
εσύ θα υποθάλπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποθάλπει
εμείς θα υποθάλπουμε
εσείς θα υποθάλπετε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποθάλψω
εσύ θα υποθάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποθάλψει
εμείς θα υποθάλψουμε
εσείς θα υποθάλψετε
Υποτακτική (να)
εγώ να υποθάλψω
εσύ να υποθάλψεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποθάλψει
εμείς να υποθάλψουμε
εσείς να υποθάλψετε
Παρακείμενος
εγώ έχω υποθάλψει
εσύ έχεις υποθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποθάλψει
εμείς έχουμε υποθάλψει
εσείς έχετε υποθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποθάλψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υποθάλψει
εσύ είχες υποθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποθάλψει
εμείς είχαμε υποθάλψει
εσείς είχατε υποθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποθάλψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υποθάλψει
εσύ θα έχεις υποθάλψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποθάλψει
εμείς θα έχουμε υποθάλψει
εσείς θα έχετε υποθάλψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποθάλψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υπόθαλπε
(εσείς) υποθάλπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υπόθαλψε
(εσείς) υποθάλψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υποθάλπομαι
εσύ υποθάλπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποθάλπεται
εμείς υποθαλπόμαστε
εσείς υποθάλπεστε / υποθάλπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά υποθάλπονται
Παρατατικός
εγώ υποθαλπόμουν
εσύ υποθαλπόσουν
αυτός/αυτή/αυτό υποθαλπόταν
εμείς υποθαλπόμασταν / ‑όμαστε
εσείς υποθαλπόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποθάλπονταν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποθάλπομαι
εσύ θα υποθάλπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποθάλπεται
εμείς θα υποθαλπόμαστε
εσείς θα υποθάλπεστε / θα υποθάλπεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποθάλπονται
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υποθάλπεστε / υποθάλπεσθε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υποθάλψου
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υποθάλποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας υποθάλψει
Απαρέμφατο
υποθάλψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.