Κλίση του ρήματος υποδουλώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υποδουλώνω
to enslave
Πλήρης κλίση του ρήματος υποδουλώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποδουλώνω
εσύ υποδουλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό υποδουλώνει
εμείς υποδουλώνουμε
εσείς υποδουλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδουλώνουν / υποδουλώνουνε

Παρατατικός

εγώ υποδούλωνα
εσύ υποδούλωνες
αυτός/αυτή/αυτό υποδούλωνε
εμείς υποδουλώναμε
εσείς υποδουλώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδούλωναν / υποδουλώναν / υποδουλώνανε

Αόριστος

εγώ υποδούλωσα
εσύ υποδούλωσες
αυτός/αυτή/αυτό υποδούλωσε
εμείς υποδουλώσαμε
εσείς υποδουλώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδούλωσαν / υποδουλώσαν / υποδουλώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποδουλώνω
εσύ θα υποδουλώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδουλώνει
εμείς θα υποδουλώνουμε
εσείς θα υποδουλώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδουλώνουν / θα υποδουλώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποδουλώσω
εσύ θα υποδουλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδουλώσει
εμείς θα υποδουλώσουμε
εσείς θα υποδουλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδουλώσουν / θα υποδουλώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποδουλώσω
εσύ να υποδουλώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποδουλώσει
εμείς να υποδουλώσουμε
εσείς να υποδουλώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποδουλώσουν / υποδουλώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποδουλώσει
εσύ έχεις υποδουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποδουλώσει
εμείς έχουμε υποδουλώσει
εσείς έχετε υποδουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποδουλώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποδουλώσει
εσύ είχες υποδουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποδουλώσει
εμείς είχαμε υποδουλώσει
εσείς είχατε υποδουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποδουλώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποδουλώσει
εσύ θα έχεις υποδουλώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποδουλώσει
εμείς θα έχουμε υποδουλώσει
εσείς θα έχετε υποδουλώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποδουλώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υποδούλωνε
(εσείς) υποδουλώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποδούλωσε
(εσείς) υποδουλώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποδουλώνομαι
εσύ υποδουλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποδουλώνεται
εμείς υποδουλωνόμαστε
εσείς υποδουλώνεστε / υποδουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδουλώνονται

Παρατατικός

εγώ υποδουλωνόμουν / υποδουλωνόμουνα
εσύ υποδουλωνόσουν / υποδουλωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υποδουλωνόταν / υποδουλωνότανε
εμείς υποδουλωνόμασταν / υποδουλωνόμαστε
εσείς υποδουλωνόσασταν / υποδουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδουλώνονταν / υποδουλωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ υποδουλώθηκα
εσύ υποδουλώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό υποδουλώθηκε
εμείς υποδουλωθήκαμε
εσείς υποδουλωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδουλώθηκαν / υποδουλωθήκαν / υποδουλωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποδουλώνομαι
εσύ θα υποδουλώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδουλώνεται
εμείς θα υποδουλωνόμαστε
εσείς θα υποδουλώνεστε / θα υποδουλωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδουλώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποδουλωθώ
εσύ θα υποδουλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδουλωθεί
εμείς θα υποδουλωθούμε
εσείς θα υποδουλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδουλωθούν / θα υποδουλωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποδουλωθώ
εσύ να υποδουλωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να υποδουλωθεί
εμείς να υποδουλωθούμε
εσείς να υποδουλωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποδουλωθούν / υποδουλωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποδουλωθεί
εσύ έχεις υποδουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποδουλωθεί
εμείς έχουμε υποδουλωθεί
εσείς έχετε υποδουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποδουλωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποδουλωθεί
εσύ είχες υποδουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποδουλωθεί
εμείς είχαμε υποδουλωθεί
εσείς είχατε υποδουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποδουλωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποδουλωθεί
εσύ θα έχεις υποδουλωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποδουλωθεί
εμείς θα έχουμε υποδουλωθεί
εσείς θα έχετε υποδουλωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποδουλωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υποδουλώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποδουλώσου
(εσείς) υποδουλωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υποδουλώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υποδουλώσει

Μετοχή παρακειμένου

υποδουλωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υποδουλώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υποδουλωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.