Κλίση του ρήματος υποδαυλίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υποδαυλίζω
to foment, to stir up (to incite)
Πλήρης κλίση του ρήματος υποδαυλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποδαυλίζω
εσύ υποδαυλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό υποδαυλίζει
εμείς υποδαυλίζουμε
εσείς υποδαυλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαυλίζουν / υποδαυλίζουνε

Παρατατικός

εγώ υποδαύλιζα
εσύ υποδαύλιζες
αυτός/αυτή/αυτό υποδαύλιζε
εμείς υποδαυλίζαμε
εσείς υποδαυλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαύλιζαν / υποδαυλίζαν / υποδαυλίζανε

Αόριστος

εγώ υποδαύλισα
εσύ υποδαύλισες
αυτός/αυτή/αυτό υποδαύλισε
εμείς υποδαυλίσαμε
εσείς υποδαυλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαύλισαν / υποδαυλίσαν / υποδαυλίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποδαυλίζω
εσύ θα υποδαυλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδαυλίζει
εμείς θα υποδαυλίζουμε
εσείς θα υποδαυλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδαυλίζουν / θα υποδαυλίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποδαυλίσω
εσύ θα υποδαυλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδαυλίσει
εμείς θα υποδαυλίσουμε
εσείς θα υποδαυλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδαυλίσουν / θα υποδαυλίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποδαυλίσω
εσύ να υποδαυλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποδαυλίσει
εμείς να υποδαυλίσουμε
εσείς να υποδαυλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποδαυλίσουν / υποδαυλίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποδαυλίσει
εσύ έχεις υποδαυλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποδαυλίσει
εμείς έχουμε υποδαυλίσει
εσείς έχετε υποδαυλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποδαυλίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποδαυλίσει
εσύ είχες υποδαυλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποδαυλίσει
εμείς είχαμε υποδαυλίσει
εσείς είχατε υποδαυλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποδαυλίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποδαυλίσει
εσύ θα έχεις υποδαυλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποδαυλίσει
εμείς θα έχουμε υποδαυλίσει
εσείς θα έχετε υποδαυλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποδαυλίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υποδαύλιζε
(εσείς) υποδαυλίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποδαύλισε
(εσείς) υποδαυλίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποδαυλίζομαι
εσύ υποδαυλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποδαυλίζεται
εμείς υποδαυλιζόμαστε
εσείς υποδαυλίζεστε / υποδαυλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαυλίζονται

Παρατατικός

εγώ υποδαυλιζόμουν / υποδαυλιζόμουνα
εσύ υποδαυλιζόσουν / υποδαυλιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υποδαυλιζόταν / υποδαυλιζότανε
εμείς υποδαυλιζόμασταν / υποδαυλιζόμαστε
εσείς υποδαυλιζόσασταν / υποδαυλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαυλίζονταν / υποδαυλιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ υποδαυλίστηκα
εσύ υποδαυλίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό υποδαυλίστηκε
εμείς υποδαυλιστήκαμε
εσείς υποδαυλιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποδαυλίστηκαν / υποδαυλιστήκαν / υποδαυλιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποδαυλίζομαι
εσύ θα υποδαυλίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδαυλίζεται
εμείς θα υποδαυλιζόμαστε
εσείς θα υποδαυλίζεστε / θα υποδαυλιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδαυλίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποδαυλιστώ
εσύ θα υποδαυλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υποδαυλιστεί
εμείς θα υποδαυλιστούμε
εσείς θα υποδαυλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποδαυλιστούν / θα υποδαυλιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποδαυλιστώ
εσύ να υποδαυλιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να υποδαυλιστεί
εμείς να υποδαυλιστούμε
εσείς να υποδαυλιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποδαυλιστούν / υποδαυλιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποδαυλιστεί
εσύ έχεις υποδαυλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποδαυλιστεί
εμείς έχουμε υποδαυλιστεί
εσείς έχετε υποδαυλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποδαυλιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποδαυλιστεί
εσύ είχες υποδαυλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποδαυλιστεί
εμείς είχαμε υποδαυλιστεί
εσείς είχατε υποδαυλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποδαυλιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποδαυλιστεί
εσύ θα έχεις υποδαυλιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποδαυλιστεί
εμείς θα έχουμε υποδαυλιστεί
εσείς θα έχετε υποδαυλιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποδαυλιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υποδαυλίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποδαυλίσου
(εσείς) υποδαυλιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υποδαυλίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υποδαυλίσει

Μετοχή παρακειμένου

υποδαυλισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υποδαυλίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υποδαυλιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.