Κλίση του ρήματος υπογραμμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπογραμμίζω
to underline, underscore
Πλήρης κλίση του ρήματος υπογραμμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπογραμμίζω
εσύ υπογραμμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό υπογραμμίζει
εμείς υπογραμμίζουμε
εσείς υπογραμμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογραμμίζουν / υπογραμμίζουνε

Παρατατικός

εγώ υπογράμμιζα
εσύ υπογράμμιζες
αυτός/αυτή/αυτό υπογράμμιζε
εμείς υπογραμμίζαμε
εσείς υπογραμμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογράμμιζαν / υπογραμμίζαν / υπογραμμίζανε

Αόριστος

εγώ υπογράμμισα
εσύ υπογράμμισες
αυτός/αυτή/αυτό υπογράμμισε
εμείς υπογραμμίσαμε
εσείς υπογραμμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογράμμισαν / υπογραμμίσαν / υπογραμμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπογραμμίζω
εσύ θα υπογραμμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπογραμμίζει
εμείς θα υπογραμμίζουμε
εσείς θα υπογραμμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπογραμμίζουν / θα υπογραμμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπογραμμίσω
εσύ θα υπογραμμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπογραμμίσει
εμείς θα υπογραμμίσουμε
εσείς θα υπογραμμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπογραμμίσουν / θα υπογραμμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπογραμμίσω
εσύ να υπογραμμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπογραμμίσει
εμείς να υπογραμμίσουμε
εσείς να υπογραμμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπογραμμίσουν / υπογραμμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπογραμμίσει
εσύ έχεις υπογραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπογραμμίσει
εμείς έχουμε υπογραμμίσει
εσείς έχετε υπογραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπογραμμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπογραμμίσει
εσύ είχες υπογραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπογραμμίσει
εμείς είχαμε υπογραμμίσει
εσείς είχατε υπογραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπογραμμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπογραμμίσει
εσύ θα έχεις υπογραμμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπογραμμίσει
εμείς θα έχουμε υπογραμμίσει
εσείς θα έχετε υπογραμμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπογραμμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπογράμμιζε
(εσείς) υπογραμμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπογράμμισε
(εσείς) υπογραμμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπογραμμίζομαι
εσύ υπογραμμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υπογραμμίζεται
εμείς υπογραμμιζόμαστε
εσείς υπογραμμίζεστε / υπογραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογραμμίζονται

Παρατατικός

εγώ υπογραμμιζόμουν / υπογραμμιζόμουνα
εσύ υπογραμμιζόσουν / υπογραμμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υπογραμμιζόταν / υπογραμμιζότανε
εμείς υπογραμμιζόμασταν / υπογραμμιζόμαστε
εσείς υπογραμμιζόσασταν / υπογραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογραμμίζονταν / υπογραμμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ υπογραμμίστηκα
εσύ υπογραμμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό υπογραμμίστηκε
εμείς υπογραμμιστήκαμε
εσείς υπογραμμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπογραμμίστηκαν / υπογραμμιστήκαν / υπογραμμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπογραμμίζομαι
εσύ θα υπογραμμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υπογραμμίζεται
εμείς θα υπογραμμιζόμαστε
εσείς θα υπογραμμίζεστε / θα υπογραμμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπογραμμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπογραμμιστώ
εσύ θα υπογραμμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υπογραμμιστεί
εμείς θα υπογραμμιστούμε
εσείς θα υπογραμμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπογραμμιστούν / θα υπογραμμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπογραμμιστώ
εσύ να υπογραμμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να υπογραμμιστεί
εμείς να υπογραμμιστούμε
εσείς να υπογραμμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπογραμμιστούν / υπογραμμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπογραμμιστεί
εσύ έχεις υπογραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπογραμμιστεί
εμείς έχουμε υπογραμμιστεί
εσείς έχετε υπογραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπογραμμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπογραμμιστεί
εσύ είχες υπογραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπογραμμιστεί
εμείς είχαμε υπογραμμιστεί
εσείς είχατε υπογραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπογραμμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπογραμμιστεί
εσύ θα έχεις υπογραμμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπογραμμιστεί
εμείς θα έχουμε υπογραμμιστεί
εσείς θα έχετε υπογραμμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπογραμμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υπογραμμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπογραμμίσου
(εσείς) υπογραμμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπογραμμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υπογραμμίσει

Μετοχή παρακειμένου

υπογραμμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υπογραμμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υπογραμμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.