Κλίση του ρήματος υποβαθμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υποβαθμίζω
to downgrade
Πλήρης κλίση του ρήματος υποβαθμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποβαθμίζω
εσύ υποβαθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό υποβαθμίζει
εμείς υποβαθμίζουμε
εσείς υποβαθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβαθμίζουν / υποβαθμίζουνε

Παρατατικός

εγώ υποβάθμιζα
εσύ υποβάθμιζες
αυτός/αυτή/αυτό υποβάθμιζε
εμείς υποβαθμίζαμε
εσείς υποβαθμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβάθμιζαν / υποβαθμίζαν / υποβαθμίζανε

Αόριστος

εγώ υποβάθμισα
εσύ υποβάθμισες
αυτός/αυτή/αυτό υποβάθμισε
εμείς υποβαθμίσαμε
εσείς υποβαθμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβάθμισαν / υποβαθμίσαν / υποβαθμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποβαθμίζω
εσύ θα υποβαθμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποβαθμίζει
εμείς θα υποβαθμίζουμε
εσείς θα υποβαθμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποβαθμίζουν / θα υποβαθμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποβαθμίσω
εσύ θα υποβαθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υποβαθμίσει
εμείς θα υποβαθμίσουμε
εσείς θα υποβαθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποβαθμίσουν / θα υποβαθμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποβαθμίσω
εσύ να υποβαθμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υποβαθμίσει
εμείς να υποβαθμίσουμε
εσείς να υποβαθμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποβαθμίσουν / υποβαθμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποβαθμίσει
εσύ έχεις υποβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποβαθμίσει
εμείς έχουμε υποβαθμίσει
εσείς έχετε υποβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποβαθμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποβαθμίσει
εσύ είχες υποβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποβαθμίσει
εμείς είχαμε υποβαθμίσει
εσείς είχατε υποβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποβαθμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποβαθμίσει
εσύ θα έχεις υποβαθμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποβαθμίσει
εμείς θα έχουμε υποβαθμίσει
εσείς θα έχετε υποβαθμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποβαθμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υποβάθμιζε
(εσείς) υποβαθμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποβάθμισε
(εσείς) υποβαθμίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υποβαθμίζομαι
εσύ υποβαθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υποβαθμίζεται
εμείς υποβαθμιζόμαστε
εσείς υποβαθμίζεστε / υποβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβαθμίζονται

Παρατατικός

εγώ υποβαθμιζόμουν / υποβαθμιζόμουνα
εσύ υποβαθμιζόσουν / υποβαθμιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υποβαθμιζόταν / υποβαθμιζότανε
εμείς υποβαθμιζόμασταν / υποβαθμιζόμαστε
εσείς υποβαθμιζόσασταν / υποβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβαθμίζονταν / υποβαθμιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ υποβαθμίστηκα
εσύ υποβαθμίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό υποβαθμίστηκε
εμείς υποβαθμιστήκαμε
εσείς υποβαθμιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υποβαθμίστηκαν / υποβαθμιστήκαν / υποβαθμιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υποβαθμίζομαι
εσύ θα υποβαθμίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υποβαθμίζεται
εμείς θα υποβαθμιζόμαστε
εσείς θα υποβαθμίζεστε / θα υποβαθμιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποβαθμίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υποβαθμιστώ
εσύ θα υποβαθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υποβαθμιστεί
εμείς θα υποβαθμιστούμε
εσείς θα υποβαθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υποβαθμιστούν / θα υποβαθμιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υποβαθμιστώ
εσύ να υποβαθμιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να υποβαθμιστεί
εμείς να υποβαθμιστούμε
εσείς να υποβαθμιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υποβαθμιστούν / υποβαθμιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υποβαθμιστεί
εσύ έχεις υποβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υποβαθμιστεί
εμείς έχουμε υποβαθμιστεί
εσείς έχετε υποβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υποβαθμιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υποβαθμιστεί
εσύ είχες υποβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υποβαθμιστεί
εμείς είχαμε υποβαθμιστεί
εσείς είχατε υποβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υποβαθμιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υποβαθμιστεί
εσύ θα έχεις υποβαθμιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υποβαθμιστεί
εμείς θα έχουμε υποβαθμιστεί
εσείς θα έχετε υποβαθμιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υποβαθμιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υποβαθμίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υποβαθμίσου
(εσείς) υποβαθμιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υποβαθμίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υποβαθμίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

υποβαθμιζόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

υποβαθμισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υποβαθμίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υποβαθμιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.