Κλίση του ρήματος υπερχειλίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπερχειλίζω
to overflow, flood
Πλήρης κλίση του ρήματος υπερχειλίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπερχειλίζω
εσύ υπερχειλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό υπερχειλίζει
εμείς υπερχειλίζουμε
εσείς υπερχειλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερχειλίζουν / υπερχειλίζουνε

Παρατατικός

εγώ υπερχείλιζα
εσύ υπερχείλιζες
αυτός/αυτή/αυτό υπερχείλιζε
εμείς υπερχειλίζαμε
εσείς υπερχειλίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερχείλιζαν / υπερχειλίζαν / υπερχειλίζανε

Αόριστος

εγώ υπερχείλισα
εσύ υπερχείλισες
αυτός/αυτή/αυτό υπερχείλισε
εμείς υπερχειλίσαμε
εσείς υπερχειλίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερχείλισαν / υπερχειλίσαν / υπερχειλίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπερχειλίζω
εσύ θα υπερχειλίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερχειλίζει
εμείς θα υπερχειλίζουμε
εσείς θα υπερχειλίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερχειλίζουν / θα υπερχειλίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπερχειλίσω
εσύ θα υπερχειλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερχειλίσει
εμείς θα υπερχειλίσουμε
εσείς θα υπερχειλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερχειλίσουν / θα υπερχειλίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπερχειλίσω
εσύ να υπερχειλίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπερχειλίσει
εμείς να υπερχειλίσουμε
εσείς να υπερχειλίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπερχειλίσουν / υπερχειλίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπερχειλίσει
εσύ έχεις υπερχειλίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπερχειλίσει
εμείς έχουμε υπερχειλίσει
εσείς έχετε υπερχειλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπερχειλίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπερχειλίσει
εσύ είχες υπερχειλίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπερχειλίσει
εμείς είχαμε υπερχειλίσει
εσείς είχατε υπερχειλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπερχειλίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπερχειλίσει
εσύ θα έχεις υπερχειλίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπερχειλίσει
εμείς θα έχουμε υπερχειλίσει
εσείς θα έχετε υπερχειλίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπερχειλίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπερχείλιζε
(εσείς) υπερχειλίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπερχείλισε
(εσείς) υπερχειλίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπερχειλίζοντας / έχοντας υπερχειλίσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

υπερχειλισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υπερχειλίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.