Κλίση του ρήματος υπερφορτώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπερφορτώνω
to overload
Πλήρης κλίση του ρήματος υπερφορτώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπερφορτώνω
εσύ υπερφορτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό υπερφορτώνει
εμείς υπερφορτώνουμε
εσείς υπερφορτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφορτώνουν / υπερφορτώνουνε

Παρατατικός

εγώ υπερφόρτωνα
εσύ υπερφόρτωνες
αυτός/αυτή/αυτό υπερφόρτωνε
εμείς υπερφορτώναμε
εσείς υπερφορτώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφόρτωναν / υπερφορτώναν / υπερφορτώνανε

Αόριστος

εγώ υπερφόρτωσα
εσύ υπερφόρτωσες
αυτός/αυτή/αυτό υπερφόρτωσε
εμείς υπερφορτώσαμε
εσείς υπερφορτώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφόρτωσαν / υπερφορτώσαν / υπερφορτώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπερφορτώνω
εσύ θα υπερφορτώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερφορτώνει
εμείς θα υπερφορτώνουμε
εσείς θα υπερφορτώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερφορτώνουν / θα υπερφορτώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπερφορτώσω
εσύ θα υπερφορτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερφορτώσει
εμείς θα υπερφορτώσουμε
εσείς θα υπερφορτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερφορτώσουν / θα υπερφορτώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπερφορτώσω
εσύ να υπερφορτώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπερφορτώσει
εμείς να υπερφορτώσουμε
εσείς να υπερφορτώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπερφορτώσουν / υπερφορτώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπερφορτώσει
εσύ έχεις υπερφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπερφορτώσει
εμείς έχουμε υπερφορτώσει
εσείς έχετε υπερφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπερφορτώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπερφορτώσει
εσύ είχες υπερφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπερφορτώσει
εμείς είχαμε υπερφορτώσει
εσείς είχατε υπερφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπερφορτώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπερφορτώσει
εσύ θα έχεις υπερφορτώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπερφορτώσει
εμείς θα έχουμε υπερφορτώσει
εσείς θα έχετε υπερφορτώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπερφορτώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπερφόρτωνε
(εσείς) υπερφορτώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπερφόρτωσε
(εσείς) υπερφορτώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπερφορτώνομαι
εσύ υπερφορτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υπερφορτώνεται
εμείς υπερφορτωνόμαστε
εσείς υπερφορτώνεστε / υπερφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφορτώνονται

Παρατατικός

εγώ υπερφορτωνόμουν / υπερφορτωνόμουνα
εσύ υπερφορτωνόσουν / υπερφορτωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υπερφορτωνόταν / υπερφορτωνότανε
εμείς υπερφορτωνόμασταν / υπερφορτωνόμαστε
εσείς υπερφορτωνόσασταν / υπερφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφορτώνονταν / υπερφορτωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ υπερφορτώθηκα
εσύ υπερφορτώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό υπερφορτώθηκε
εμείς υπερφορτωθήκαμε
εσείς υπερφορτωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερφορτώθηκαν / υπερφορτωθήκαν / υπερφορτωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπερφορτώνομαι
εσύ θα υπερφορτώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερφορτώνεται
εμείς θα υπερφορτωνόμαστε
εσείς θα υπερφορτώνεστε / θα υπερφορτωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερφορτώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπερφορτωθώ
εσύ θα υπερφορτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερφορτωθεί
εμείς θα υπερφορτωθούμε
εσείς θα υπερφορτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερφορτωθούν / θα υπερφορτωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπερφορτωθώ
εσύ να υπερφορτωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να υπερφορτωθεί
εμείς να υπερφορτωθούμε
εσείς να υπερφορτωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπερφορτωθούν / υπερφορτωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπερφορτωθεί
εσύ έχεις υπερφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπερφορτωθεί
εμείς έχουμε υπερφορτωθεί
εσείς έχετε υπερφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπερφορτωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπερφορτωθεί
εσύ είχες υπερφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπερφορτωθεί
εμείς είχαμε υπερφορτωθεί
εσείς είχατε υπερφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπερφορτωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπερφορτωθεί
εσύ θα έχεις υπερφορτωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπερφορτωθεί
εμείς θα έχουμε υπερφορτωθεί
εσείς θα έχετε υπερφορτωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπερφορτωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) υπερφορτώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπερφορτώσου
(εσείς) υπερφορτωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπερφορτώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας υπερφορτώσει

Μετοχή παρακειμένου

υπερφορτωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

υπερφορτώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

υπερφορτωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.