Κλίση του ρήματος υπερισχύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπερισχύω
to prevail over; win a battle, competition
Πλήρης κλίση του ρήματος υπερισχύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπερισχύω
εσύ υπερισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό υπερισχύει
εμείς υπερισχύουμε
εσείς υπερισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερισχύουν / υπερισχύουνε

Παρατατικός

εγώ υπερίσχυα
εσύ υπερίσχυες
αυτός/αυτή/αυτό υπερίσχυε
εμείς υπερισχύαμε
εσείς υπερισχύατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερίσχυαν / υπερισχύαν / υπερισχύανε

Αόριστος

εγώ υπερίσχυσα
εσύ υπερίσχυσες
αυτός/αυτή/αυτό υπερίσχυσε
εμείς υπερισχύσαμε
εσείς υπερισχύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερίσχυσαν / υπερισχύσαν / υπερισχύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπερισχύω
εσύ θα υπερισχύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερισχύει
εμείς θα υπερισχύουμε
εσείς θα υπερισχύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερισχύουν / θα υπερισχύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπερισχύσω
εσύ θα υπερισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερισχύσει
εμείς θα υπερισχύσουμε
εσείς θα υπερισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερισχύσουν / θα υπερισχύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπερισχύσω
εσύ να υπερισχύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπερισχύσει
εμείς να υπερισχύσουμε
εσείς να υπερισχύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπερισχύσουν / υπερισχύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπερισχύσει
εσύ έχεις υπερισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπερισχύσει
εμείς έχουμε υπερισχύσει
εσείς έχετε υπερισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπερισχύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπερισχύσει
εσύ είχες υπερισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπερισχύσει
εμείς είχαμε υπερισχύσει
εσείς είχατε υπερισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπερισχύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπερισχύσει
εσύ θα έχεις υπερισχύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπερισχύσει
εμείς θα έχουμε υπερισχύσει
εσείς θα έχετε υπερισχύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπερισχύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπερίσχυε
(εσείς) υπερισχύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπερίσχυσε
(εσείς) υπερισχύστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπερισχύοντας / έχοντας υπερισχύσει

Απαρέμφατο

υπερισχύσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.