to exceed, to surpass (to go beyond: amount, expectations, limit, etc.)
Πλήρης κλίση του ρήματος υπερβαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υπερβαίνω
εσύ υπερβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό υπερβαίνει
εμείς υπερβαίνουμε
εσείς υπερβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερβαίνουν / υπερβαίνουνε
Παρατατικός
εγώ υπερέβαινα
εσύ υπερέβαινες
αυτός/αυτή/αυτό υπερέβαινε
εμείς υπερβαίναμε
εσείς υπερβαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπερέβαιναν / υπερβαίναν / υπερβαίνανε
Αόριστος
εγώ υπερέβην / υπερέβηκα¹
εσύ υπερέβης / υπερέβηκες¹
αυτός/αυτή/αυτό υπερέβη / υπερέβηκε¹
εμείς υπερέβημεν / υπερβήκαμε¹
εσείς υπερέβητε / υπερβήκατε¹
αυτοί/αυτές/αυτά υπερέβησαν / υπερέβηκαν, ¹ υπερβήκανε¹
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υπερβαίνω
εσύ θα υπερβαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερβαίνει
εμείς θα υπερβαίνουμε
εσείς θα υπερβαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερβαίνουν / θα υπερβαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπερβώ
εσύ θα υπερβείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υπερβεί
εμείς θα υπερβούμε
εσείς θα υπερβείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπερβούν / θα υπερβούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υπερβώ
εσύ να υπερβείς
αυτός/αυτή/αυτό να υπερβεί
εμείς να υπερβούμε
εσείς να υπερβείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπερβούν / υπερβούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υπερβεί
εσύ έχεις υπερβεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπερβεί
εμείς έχουμε υπερβεί
εσείς έχετε υπερβεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπερβεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υπερβεί
εσύ είχες υπερβεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπερβεί
εμείς είχαμε υπερβεί
εσείς είχατε υπερβεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπερβεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υπερβεί
εσύ θα έχεις υπερβεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπερβεί
εμείς θα έχουμε υπερβεί
εσείς θα έχετε υπερβεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπερβεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υπερέβαινε
(εσείς) υπερβαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) υπερβείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υπερβαίνοντας / έχοντας υπερβεί
Απαρέμφατο
υπερβεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.