Κλίση του ρήματος υπενθυμίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπενθυμίζω
to remind
Πλήρης κλίση του ρήματος υπενθυμίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπενθυμίζω
εσύ υπενθυμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό υπενθυμίζει
εμείς υπενθυμίζουμε
εσείς υπενθυμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπενθυμίζουν / υπενθυμίζουνε

Παρατατικός

εγώ υπενθύμιζα
εσύ υπενθύμιζες
αυτός/αυτή/αυτό υπενθύμιζε
εμείς υπενθυμίζαμε
εσείς υπενθυμίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπενθύμιζαν / υπενθυμίζαν / υπενθυμίζανε

Αόριστος

εγώ υπενθύμισα
εσύ υπενθύμισες
αυτός/αυτή/αυτό υπενθύμισε
εμείς υπενθυμίσαμε
εσείς υπενθυμίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπενθύμισαν / υπενθυμίσαν / υπενθυμίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπενθυμίζω
εσύ θα υπενθυμίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπενθυμίζει
εμείς θα υπενθυμίζουμε
εσείς θα υπενθυμίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπενθυμίζουν / θα υπενθυμίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπενθυμίσω
εσύ θα υπενθυμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπενθυμίσει
εμείς θα υπενθυμίσουμε
εσείς θα υπενθυμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπενθυμίσουν / θα υπενθυμίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπενθυμίσω
εσύ να υπενθυμίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπενθυμίσει
εμείς να υπενθυμίσουμε
εσείς να υπενθυμίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπενθυμίσουν / υπενθυμίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπενθυμίσει
εσύ έχεις υπενθυμίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπενθυμίσει
εμείς έχουμε υπενθυμίσει
εσείς έχετε υπενθυμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπενθυμίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπενθυμίσει
εσύ είχες υπενθυμίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπενθυμίσει
εμείς είχαμε υπενθυμίσει
εσείς είχατε υπενθυμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπενθυμίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπενθυμίσει
εσύ θα έχεις υπενθυμίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπενθυμίσει
εμείς θα έχουμε υπενθυμίσει
εσείς θα έχετε υπενθυμίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπενθυμίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπενθύμιζε
(εσείς) υπενθυμίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπενθύμισε
(εσείς) υπενθυμίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπενθυμίζοντας / έχοντας υπενθυμίσει

Απαρέμφατο

υπενθυμίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.