Κλίση του ρήματος υπακούω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

υπακούω
to obey, comply, be obedient
Πλήρης κλίση του ρήματος υπακούω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ υπακούω
εσύ υπακούς / υπακούεις
αυτός/αυτή/αυτό υπακούει
εμείς υπακούμε / υπακούομε / υπακούουμε
εσείς υπακούτε / υπακούετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπακούν / υπακούνε / υπακούουν

Παρατατικός

εγώ υπάκουγα
εσύ υπάκουγες
αυτός/αυτή/αυτό υπάκουγε
εμείς υπακούγαμε
εσείς υπακούγατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπάκουγαν / υπακούγαν / υπακούγανε

Αόριστος

εγώ υπάκουσα
εσύ υπάκουσες
αυτός/αυτή/αυτό υπάκουσε
εμείς υπακούσαμε
εσείς υπακούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπάκουσαν / υπακούσαν / υπακούσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα υπακούω
εσύ θα υπακούς / θα υπακούεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπακούει
εμείς θα υπακούμε / θα υπακούομε / θα υπακούουμε
εσείς θα υπακούτε / θα υπακούετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπακούν / θα υπακούνε / θα υπακούουν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα υπακούσω
εσύ θα υπακούσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπακούσει
εμείς θα υπακούσουμε
εσείς θα υπακούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπακούσουν / θα υπακούσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να υπακούσω
εσύ να υπακούσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπακούσει
εμείς να υπακούσουμε
εσείς να υπακούσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπακούσουν / υπακούσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω υπακούσει
εσύ έχεις υπακούσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπακούσει
εμείς έχουμε υπακούσει
εσείς έχετε υπακούσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπακούσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα υπακούσει
εσύ είχες υπακούσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπακούσει
εμείς είχαμε υπακούσει
εσείς είχατε υπακούσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπακούσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω υπακούσει
εσύ θα έχεις υπακούσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπακούσει
εμείς θα έχουμε υπακούσει
εσείς θα έχετε υπακούσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπακούσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) υπάκουγε
(εσείς) υπακούτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) υπάκουσε
(εσείς) υπακούστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

υπακούγοντας / υπακούοντας / έχοντας υπακούσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

➤

Απαρέμφατο

υπακούσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.