to dictate
Πλήρης κλίση του ρήματος υπαγορεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υπαγορεύω
εσύ υπαγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό υπαγορεύει
εμείς υπαγορεύουμε
εσείς υπαγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγορεύουν / υπαγορεύουνε
Παρατατικός
εγώ υπαγόρευα
εσύ υπαγόρευες
αυτός/αυτή/αυτό υπαγόρευε
εμείς υπαγορεύαμε
εσείς υπαγορεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγόρευαν / υπαγορεύαν / υπαγορεύανε
Αόριστος
εγώ υπαγόρευσα / υπαγόρεψα
εσύ υπαγόρευσες / υπαγόρεψες
αυτός/αυτή/αυτό υπαγόρευσε / υπαγόρεψε
εμείς υπαγορεύσαμε / υπαγορέψαμε
εσείς υπαγορεύσατε / υπαγορέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγόρευσαν / υπαγορεύσαν / υπαγορεύσανε / υπαγόρεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υπαγορεύω
εσύ θα υπαγορεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπαγορεύει
εμείς θα υπαγορεύουμε
εσείς θα υπαγορεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπαγορεύουν / θα υπαγορεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπαγορεύσω / θα υπαγορέψω
εσύ θα υπαγορεύσεις / θα υπαγορέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπαγορεύσει / θα υπαγορέψει
εμείς θα υπαγορεύσουμε / θα υπαγορέψουμε
εσείς θα υπαγορεύσετε / θα υπαγορέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπαγορεύσουν / θα υπαγορεύσουνε / θα υπαγορέψουν / θα υπαγορέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υπαγορεύσω / υπαγορέψω
εσύ να υπαγορεύσεις / υπαγορέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εμείς να υπαγορεύσουμε / υπαγορέψουμε
εσείς να υπαγορεύσετε / υπαγορέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπαγορεύσουν / υπαγορεύσουνε / υπαγορέψουν / υπαγορέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσύ έχεις υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εμείς έχουμε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσείς έχετε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπαγορεύσει / υπαγορέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσύ είχες υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εμείς είχαμε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσείς είχατε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπαγορεύσει / υπαγορέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσύ θα έχεις υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εμείς θα έχουμε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
εσείς θα έχετε υπαγορεύσει / υπαγορέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπαγορεύσει / υπαγορέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) υπαγόρευε
(εσείς) υπαγορεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υπαγόρευσε / υπαγόρεψε / υπαγόρευ'
(εσείς) υπαγορεύστε / υπαγορέψτε / υπαγορεύτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υπαγορεύομαι
εσύ υπαγορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό υπαγορεύεται
εμείς υπαγορευόμαστε
εσείς υπαγορεύεστε / υπαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγορεύονται
Παρατατικός
εγώ υπαγορευόμουν / υπαγορευόμουνα
εσύ υπαγορευόσουν / υπαγορευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό υπαγορευόταν / υπαγορευότανε
εμείς υπαγορευόμασταν / υπαγορευόμαστε
εσείς υπαγορευόσασταν / υπαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγορεύονταν / υπαγορευόντουσαν
Αόριστος
εγώ υπαγορεύθηκα / υπαγορεύτηκα
εσύ υπαγορεύθηκες / υπαγορεύτηκες
αυτός/αυτή/αυτό υπαγορεύθηκε / υπαγορεύτηκε
εμείς υπαγορευθήκαμε / υπαγορευτήκαμε
εσείς υπαγορευθήκατε / υπαγορευτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπαγορεύθηκαν / υπαγορευθήκαν / υπαγορευθήκανε / υπαγορεύτηκαν / υπαγορευτήκαν / υπαγορευτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υπαγορεύομαι
εσύ θα υπαγορεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υπαγορεύεται
εμείς θα υπαγορευόμαστε
εσείς θα υπαγορεύεστε / θα υπαγορευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπαγορεύονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπαγορευθώ / θα υπαγορευτώ
εσύ θα υπαγορευθείς / θα υπαγορευτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υπαγορευθεί / θα υπαγορευτεί
εμείς θα υπαγορευθούμε / θα υπαγορευτούμε
εσείς θα υπαγορευθείτε / θα υπαγορευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπαγορευθούν / θα υπαγορευθούνε / θα υπαγορευτούν / θα υπαγορευτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υπαγορευθώ / υπαγορευτώ
εσύ να υπαγορευθείς / υπαγορευτείς
αυτός/αυτή/αυτό να υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εμείς να υπαγορευθούμε / υπαγορευτούμε
εσείς να υπαγορευθείτε / υπαγορευτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπαγορευθούν / υπαγορευθούνε / υπαγορευτούν / υπαγορευτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσύ έχεις υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εμείς έχουμε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσείς έχετε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσύ είχες υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εμείς είχαμε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσείς είχατε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσύ θα έχεις υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εμείς θα έχουμε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
εσείς θα έχετε υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υπαγορεύεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υπαγορεύσου / υπαγορέψου
(εσείς) υπαγορευθείτε / υπαγορευτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υπαγορεύοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας υπαγορεύσει / υπαγορέψει
Μετοχή παρακειμένου
υπαγορευμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
υπαγορεύσει / υπαγορέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
υπαγορευθεί / υπαγορευτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.