to exist, be, live
Πλήρης κλίση του ρήματος υπάρχω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υπάρχω
εσύ υπάρχεις
αυτός/αυτή/αυτό υπάρχει
εμείς υπάρχουμε
εσείς υπάρχετε
αυτοί/αυτές/αυτά υπάρχουν / υπάρχουνε
Παρατατικός
εγώ υπήρχα
εσύ υπήρχες
αυτός/αυτή/αυτό υπήρχε
εμείς υπάρχαμε
εσείς υπάρχατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπήρχαν / υπάρχαν / υπάρχανε
Αόριστος
εγώ υπήρξα
εσύ υπήρξες
αυτός/αυτή/αυτό υπήρξε
εμείς υπάρξαμε
εσείς υπάρξατε
αυτοί/αυτές/αυτά υπήρξαν / υπάρξαν / υπάρξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υπάρχω
εσύ θα υπάρχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπάρχει
εμείς θα υπάρχουμε
εσείς θα υπάρχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπάρχουν / θα υπάρχουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπάρξω
εσύ θα υπάρξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υπάρξει
εμείς θα υπάρξουμε
εσείς θα υπάρξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υπάρξουν / θα υπάρξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υπάρξω
εσύ να υπάρξεις
αυτός/αυτή/αυτό να υπάρξει
εμείς να υπάρξουμε
εσείς να υπάρξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υπάρξουν / υπάρξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υπάρξει
εσύ έχεις υπάρξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υπάρξει
εμείς έχουμε υπάρξει
εσείς έχετε υπάρξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υπάρξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υπάρξει
εσύ είχες υπάρξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υπάρξει
εμείς είχαμε υπάρξει
εσείς είχατε υπάρξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υπάρξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υπάρξει
εσύ θα έχεις υπάρξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υπάρξει
εμείς θα έχουμε υπάρξει
εσείς θα έχετε υπάρξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υπάρξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υπάρχετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) υπάρξτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
declinable: υπάρχων / υπάρχουσα / υπάρχον / indeclinable: υπάρχοντας / έχοντας υπάρξει
Απαρέμφατο
υπάρξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.