to praise, to hymn, to laud
Πλήρης κλίση του ρήματος υμνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υμνώ
εσύ υμνείς
αυτός/αυτή/αυτό υμνεί
εμείς υμνούμε
εσείς υμνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά υμνούν / υμνούνε
Παρατατικός
εγώ υμνούσα
εσύ υμνούσες
αυτός/αυτή/αυτό υμνούσε
εμείς υμνούσαμε
εσείς υμνούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά υμνούσαν / υμνούσανε
Αόριστος
εγώ ύμνησα
εσύ ύμνησες
αυτός/αυτή/αυτό ύμνησε
εμείς υμνήσαμε
εσείς υμνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ύμνησαν / υμνήσαν / υμνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υμνώ
εσύ θα υμνείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υμνεί
εμείς θα υμνούμε
εσείς θα υμνείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υμνούν / θα υμνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υμνήσω
εσύ θα υμνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα υμνήσει
εμείς θα υμνήσουμε
εσείς θα υμνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υμνήσουν / θα υμνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υμνήσω
εσύ να υμνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να υμνήσει
εμείς να υμνήσουμε
εσείς να υμνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να υμνήσουν / υμνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υμνήσει
εσύ έχεις υμνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει υμνήσει
εμείς έχουμε υμνήσει
εσείς έχετε υμνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υμνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υμνήσει
εσύ είχες υμνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε υμνήσει
εμείς είχαμε υμνήσει
εσείς είχατε υμνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υμνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υμνήσει
εσύ θα έχεις υμνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υμνήσει
εμείς θα έχουμε υμνήσει
εσείς θα έχετε υμνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υμνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υμνείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ύμνησε
(εσείς) υμνήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ υμνούμαι
εσύ υμνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό υμνείται
εμείς υμνούμαστε
εσείς υμνείστε
αυτοί/αυτές/αυτά υμνούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό υμνούνταν / υμνείτο
εμείς υμνούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά υμνούνταν / υμνούντο
Αόριστος
εγώ υμνήθηκα
εσύ υμνήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό υμνήθηκε
εμείς υμνηθήκαμε
εσείς υμνηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά υμνήθηκαν / υμνηθήκαν / υμνηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υμνούμαι
εσύ θα υμνείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα υμνείται
εμείς θα υμνούμαστε
εσείς θα υμνείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υμνούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υμνηθώ
εσύ θα υμνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα υμνηθεί
εμείς θα υμνηθούμε
εσείς θα υμνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα υμνηθούν / θα υμνηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να υμνηθώ
εσύ να υμνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να υμνηθεί
εμείς να υμνηθούμε
εσείς να υμνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να υμνηθούν / υμνηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω υμνηθεί
εσύ έχεις υμνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει υμνηθεί
εμείς έχουμε υμνηθεί
εσείς έχετε υμνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν υμνηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα υμνηθεί
εσύ είχες υμνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε υμνηθεί
εμείς είχαμε υμνηθεί
εσείς είχατε υμνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν υμνηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω υμνηθεί
εσύ θα έχεις υμνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει υμνηθεί
εμείς θα έχουμε υμνηθεί
εσείς θα έχετε υμνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν υμνηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) υμνείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) υμνήσου
(εσείς) υμνηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
υμνώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας υμνήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
υμνούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
υμνημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
υμνήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
υμνηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.