Κλίση του ρήματος τυλίγω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τυλίγω
to roll, coil, wind
Πλήρης κλίση του ρήματος τυλίγω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τυλίγω
εσύ τυλίγεις
αυτός/αυτή/αυτό τυλίγει
εμείς τυλίγουμε
εσείς τυλίγετε
αυτοί/αυτές/αυτά τυλίγουν / τυλίγουνε

Παρατατικός

εγώ τύλιγα
εσύ τύλιγες
αυτός/αυτή/αυτό τύλιγε
εμείς τυλίγαμε
εσείς τυλίγατε
αυτοί/αυτές/αυτά τύλιγαν / τυλίγαν / τυλίγανε

Αόριστος

εγώ τύλιξα
εσύ τύλιξες
αυτός/αυτή/αυτό τύλιξε
εμείς τυλίξαμε
εσείς τυλίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά τύλιξαν / τυλίξαν / τυλίξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τυλίγω
εσύ θα τυλίγεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τυλίγει
εμείς θα τυλίγουμε
εσείς θα τυλίγετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τυλίγουν / θα τυλίγουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τυλίξω
εσύ θα τυλίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τυλίξει
εμείς θα τυλίξουμε
εσείς θα τυλίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τυλίξουν / θα τυλίξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τυλίξω
εσύ να τυλίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να τυλίξει
εμείς να τυλίξουμε
εσείς να τυλίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τυλίξουν / τυλίξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τυλίξει
εσύ έχεις τυλίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τυλίξει
εμείς έχουμε τυλίξει
εσείς έχετε τυλίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τυλίξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τυλίξει
εσύ είχες τυλίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τυλίξει
εμείς είχαμε τυλίξει
εσείς είχατε τυλίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τυλίξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τυλίξει
εσύ θα έχεις τυλίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τυλίξει
εμείς θα έχουμε τυλίξει
εσείς θα έχετε τυλίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τυλίξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τύλιγε
(εσείς) τυλίγετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τύλιξε / τύλιχ'
(εσείς) τυλίξτε / τυλίχτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τυλίγομαι
εσύ τυλίγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τυλίγεται
εμείς τυλιγόμαστε
εσείς τυλίγεστε / τυλιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τυλίγονται

Παρατατικός

εγώ τυλιγόμουν / τυλιγόμουνα
εσύ τυλιγόσουν / τυλιγόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τυλιγόταν / τυλιγότανε
εμείς τυλιγόμασταν / τυλιγόμαστε
εσείς τυλιγόσασταν / τυλιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τυλίγονταν / τυλιγόντουσαν

Αόριστος

εγώ τυλίχτηκα
εσύ τυλίχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό τυλίχτηκε
εμείς τυλιχτήκαμε
εσείς τυλιχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τυλίχτηκαν / τυλιχτήκαν / τυλιχτήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τυλίγομαι
εσύ θα τυλίγεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τυλίγεται
εμείς θα τυλιγόμαστε
εσείς θα τυλίγεστε / θα τυλιγόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τυλίγονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τυλιχτώ
εσύ θα τυλιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τυλιχτεί
εμείς θα τυλιχτούμε
εσείς θα τυλιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τυλιχτούν / θα τυλιχτούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τυλιχτώ
εσύ να τυλιχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να τυλιχτεί
εμείς να τυλιχτούμε
εσείς να τυλιχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τυλιχτούν / τυλιχτούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τυλιχτεί
εσύ έχεις τυλιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τυλιχτεί
εμείς έχουμε τυλιχτεί
εσείς έχετε τυλιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τυλιχτεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τυλιχτεί
εσύ είχες τυλιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τυλιχτεί
εμείς είχαμε τυλιχτεί
εσείς είχατε τυλιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τυλιχτεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τυλιχτεί
εσύ θα έχεις τυλιχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τυλιχτεί
εμείς θα έχουμε τυλιχτεί
εσείς θα έχετε τυλιχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τυλιχτεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τυλίγεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τυλίξου
(εσείς) τυλιχτείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τυλίγοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τυλίξει

Μετοχή παρακειμένου

τυλιγμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τυλίξει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τυλιχτεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.