Κλίση του ρήματος τσούζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσούζω
to sting, to smart (to cause or be the site of sharp pain)
Πλήρης κλίση του ρήματος τσούζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσούζω
εσύ τσούζεις
αυτός/αυτή/αυτό τσούζει
εμείς τσούζουμε
εσείς τσούζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσούζουν / τσούζουνε

Παρατατικός

εγώ έτσουζα
εσύ έτσουζες
αυτός/αυτή/αυτό έτσουζε
εμείς τσούζαμε
εσείς τσούζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτσουζαν / τσούζαν / τσούζανε

Αόριστος

εγώ έτσουξα
εσύ έτσουξες
αυτός/αυτή/αυτό έτσουξε
εμείς τσούξαμε
εσείς τσούξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτσουξαν / τσούξαν / τσούξανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσούζω
εσύ θα τσούζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσούζει
εμείς θα τσούζουμε
εσείς θα τσούζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσούζουν / θα τσούζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσούξω
εσύ θα τσούξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσούξει
εμείς θα τσούξουμε
εσείς θα τσούξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσούξουν / θα τσούξουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσούξω
εσύ να τσούξεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσούξει
εμείς να τσούξουμε
εσείς να τσούξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσούξουν / τσούξουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσούξει
εσύ έχεις τσούξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσούξει
εμείς έχουμε τσούξει
εσείς έχετε τσούξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσούξει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσούξει
εσύ είχες τσούξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσούξει
εμείς είχαμε τσούξει
εσείς είχατε τσούξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσούξει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσούξει
εσύ θα έχεις τσούξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσούξει
εμείς θα έχουμε τσούξει
εσείς θα έχετε τσούξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσούξει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) έτσουζε
(εσείς) τσούζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) έτσουξε
(εσείς) τσούξτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσούζοντας / έχοντας τσούξει

Απαρέμφατο

τσούξει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.