Κλίση του ρήματος τσουγκρανίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσουγκρανίζω
to rake, scarify the soil
Πλήρης κλίση του ρήματος τσουγκρανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσουγκρανίζω
εσύ τσουγκρανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκρανίζει
εμείς τσουγκρανίζουμε
εσείς τσουγκρανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκρανίζουν / τσουγκρανίζουνε

Παρατατικός

εγώ τσουγκράνιζα
εσύ τσουγκράνιζες
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκράνιζε
εμείς τσουγκρανίζαμε
εσείς τσουγκρανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκράνιζαν / τσουγκρανίζαν / τσουγκρανίζανε

Αόριστος

εγώ τσουγκράνισα
εσύ τσουγκράνισες
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκράνισε
εμείς τσουγκρανίσαμε
εσείς τσουγκρανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκράνισαν / τσουγκρανίσαν / τσουγκρανίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσουγκρανίζω
εσύ θα τσουγκρανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκρανίζει
εμείς θα τσουγκρανίζουμε
εσείς θα τσουγκρανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκρανίζουν / θα τσουγκρανίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσουγκρανίσω
εσύ θα τσουγκρανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκρανίσει
εμείς θα τσουγκρανίσουμε
εσείς θα τσουγκρανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκρανίσουν / θα τσουγκρανίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσουγκρανίσω
εσύ να τσουγκρανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσουγκρανίσει
εμείς να τσουγκρανίσουμε
εσείς να τσουγκρανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσουγκρανίσουν / τσουγκρανίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσουγκρανίσει
εσύ έχεις τσουγκρανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσουγκρανίσει
εμείς έχουμε τσουγκρανίσει
εσείς έχετε τσουγκρανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσουγκρανίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσουγκρανίσει
εσύ είχες τσουγκρανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσουγκρανίσει
εμείς είχαμε τσουγκρανίσει
εσείς είχατε τσουγκρανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσουγκρανίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσουγκρανίσει
εσύ θα έχεις τσουγκρανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσουγκρανίσει
εμείς θα έχουμε τσουγκρανίσει
εσείς θα έχετε τσουγκρανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσουγκρανίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τσουγκράνιζε
(εσείς) τσουγκρανίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσουγκράνισε
(εσείς) τσουγκρανίστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσουγκρανίζοντας / έχοντας τσουγκρανίσει

Απαρέμφατο

τσουγκρανίσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.