Κλίση του ρήματος τσουγκρίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσουγκρίζω
to tap (two red Easter eggs together)
Πλήρης κλίση του ρήματος τσουγκρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσουγκρίζω
εσύ τσουγκρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκρίζει
εμείς τσουγκρίζουμε
εσείς τσουγκρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκρίζουν / τσουγκρίζουνε

Παρατατικός

εγώ τσούγκριζα
εσύ τσούγκριζες
αυτός/αυτή/αυτό τσούγκριζε
εμείς τσουγκρίζαμε
εσείς τσουγκρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσούγκριζαν / τσουγκρίζαν / τσουγκρίζανε

Αόριστος

εγώ τσούγκρισα
εσύ τσούγκρισες
αυτός/αυτή/αυτό τσούγκρισε
εμείς τσουγκρίσαμε
εσείς τσουγκρίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσούγκρισαν / τσουγκρίσαν / τσουγκρίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσουγκρίζω
εσύ θα τσουγκρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκρίζει
εμείς θα τσουγκρίζουμε
εσείς θα τσουγκρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκρίζουν / θα τσουγκρίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσουγκρίσω
εσύ θα τσουγκρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκρίσει
εμείς θα τσουγκρίσουμε
εσείς θα τσουγκρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκρίσουν / θα τσουγκρίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσουγκρίσω
εσύ να τσουγκρίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσουγκρίσει
εμείς να τσουγκρίσουμε
εσείς να τσουγκρίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσουγκρίσουν / τσουγκρίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσουγκρίσει
εσύ έχεις τσουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσουγκρίσει
εμείς έχουμε τσουγκρίσει
εσείς έχετε τσουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσουγκρίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσουγκρίσει
εσύ είχες τσουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσουγκρίσει
εμείς είχαμε τσουγκρίσει
εσείς είχατε τσουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσουγκρίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσουγκρίσει
εσύ θα έχεις τσουγκρίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσουγκρίσει
εμείς θα έχουμε τσουγκρίσει
εσείς θα έχετε τσουγκρίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσουγκρίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τσούγκριζε
(εσείς) τσουγκρίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσούγκρισε
(εσείς) τσουγκρίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσουγκρίζομαι
εσύ τσουγκρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκρίζεται
εμείς τσουγκριζόμαστε
εσείς τσουγκρίζεστε / τσουγκριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκρίζονται

Παρατατικός

εγώ τσουγκριζόμουν / τσουγκριζόμουνα
εσύ τσουγκριζόσουν / τσουγκριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκριζόταν / τσουγκριζότανε
εμείς τσουγκριζόμασταν / τσουγκριζόμαστε
εσείς τσουγκριζόσασταν / τσουγκριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκρίζονταν / τσουγκριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ τσουγκρίστηκα
εσύ τσουγκρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσουγκρίστηκε
εμείς τσουγκριστήκαμε
εσείς τσουγκριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσουγκρίστηκαν / τσουγκριστήκαν / τσουγκριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσουγκρίζομαι
εσύ θα τσουγκρίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκρίζεται
εμείς θα τσουγκριζόμαστε
εσείς θα τσουγκρίζεστε / θα τσουγκριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκρίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσουγκριστώ
εσύ θα τσουγκριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσουγκριστεί
εμείς θα τσουγκριστούμε
εσείς θα τσουγκριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσουγκριστούν / θα τσουγκριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσουγκριστώ
εσύ να τσουγκριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσουγκριστεί
εμείς να τσουγκριστούμε
εσείς να τσουγκριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσουγκριστούν / τσουγκριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσουγκριστεί
εσύ έχεις τσουγκριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσουγκριστεί
εμείς έχουμε τσουγκριστεί
εσείς έχετε τσουγκριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσουγκριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσουγκριστεί
εσύ είχες τσουγκριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσουγκριστεί
εμείς είχαμε τσουγκριστεί
εσείς είχατε τσουγκριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσουγκριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσουγκριστεί
εσύ θα έχεις τσουγκριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσουγκριστεί
εμείς θα έχουμε τσουγκριστεί
εσείς θα έχετε τσουγκριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσουγκριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τσουγκρίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσουγκρίσου
(εσείς) τσουγκριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσουγκρίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τσουγκρίσει

Μετοχή παρακειμένου

τσουγκρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τσουγκρίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τσουγκριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.