Κλίση του ρήματος τσιμπουκώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσιμπουκώνω
to blow, go down on, give head, suck off (to fellate the penis)
Πλήρης κλίση του ρήματος τσιμπουκώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσιμπουκώνω
εσύ τσιμπουκώνεις
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπουκώνει
εμείς τσιμπουκώνουμε
εσείς τσιμπουκώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπουκώνουν / τσιμπουκώνουνε

Παρατατικός

εγώ τσιμπούκωνα
εσύ τσιμπούκωνες
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπούκωνε
εμείς τσιμπουκώναμε
εσείς τσιμπουκώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπούκωναν / τσιμπουκώναν / τσιμπουκώνανε

Αόριστος

εγώ τσιμπούκωσα
εσύ τσιμπούκωσες
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπούκωσε
εμείς τσιμπουκώσαμε
εσείς τσιμπουκώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπούκωσαν / τσιμπουκώσαν / τσιμπουκώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσιμπουκώνω
εσύ θα τσιμπουκώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσιμπουκώνει
εμείς θα τσιμπουκώνουμε
εσείς θα τσιμπουκώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσιμπουκώνουν / θα τσιμπουκώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσιμπουκώσω
εσύ θα τσιμπουκώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσιμπουκώσει
εμείς θα τσιμπουκώσουμε
εσείς θα τσιμπουκώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσιμπουκώσουν / θα τσιμπουκώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσιμπουκώσω
εσύ να τσιμπουκώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσιμπουκώσει
εμείς να τσιμπουκώσουμε
εσείς να τσιμπουκώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσιμπουκώσουν / τσιμπουκώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσιμπουκώσει
εσύ έχεις τσιμπουκώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσιμπουκώσει
εμείς έχουμε τσιμπουκώσει
εσείς έχετε τσιμπουκώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσιμπουκώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσιμπουκώσει
εσύ είχες τσιμπουκώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσιμπουκώσει
εμείς είχαμε τσιμπουκώσει
εσείς είχατε τσιμπουκώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσιμπουκώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσιμπουκώσει
εσύ θα έχεις τσιμπουκώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσιμπουκώσει
εμείς θα έχουμε τσιμπουκώσει
εσείς θα έχετε τσιμπουκώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσιμπουκώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τσιμπούκωνε
(εσείς) τσιμπουκώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσιμπούκωσε
(εσείς) τσιμπουκώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσιμπουκώνομαι
εσύ τσιμπουκώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπουκώνεται
εμείς τσιμπουκωνόμαστε
εσείς τσιμπουκώνεστε / τσιμπουκωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπουκώνονται

Παρατατικός

εγώ τσιμπουκωνόμουν / τσιμπουκωνόμουνα
εσύ τσιμπουκωνόσουν / τσιμπουκωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπουκωνόταν / τσιμπουκωνότανε
εμείς τσιμπουκωνόμασταν / τσιμπουκωνόμαστε
εσείς τσιμπουκωνόσασταν / τσιμπουκωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπουκώνονταν / τσιμπουκωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ τσιμπουκώθηκα
εσύ τσιμπουκώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσιμπουκώθηκε
εμείς τσιμπουκωθήκαμε
εσείς τσιμπουκωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσιμπουκώθηκαν / τσιμπουκωθήκαν / τσιμπουκωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσιμπουκώνομαι
εσύ θα τσιμπουκώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσιμπουκώνεται
εμείς θα τσιμπουκωνόμαστε
εσείς θα τσιμπουκώνεστε / θα τσιμπουκωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσιμπουκώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσιμπουκωθώ
εσύ θα τσιμπουκωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσιμπουκωθεί
εμείς θα τσιμπουκωθούμε
εσείς θα τσιμπουκωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσιμπουκωθούν / θα τσιμπουκωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσιμπουκωθώ
εσύ να τσιμπουκωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσιμπουκωθεί
εμείς να τσιμπουκωθούμε
εσείς να τσιμπουκωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσιμπουκωθούν / τσιμπουκωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσιμπουκωθεί
εσύ έχεις τσιμπουκωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσιμπουκωθεί
εμείς έχουμε τσιμπουκωθεί
εσείς έχετε τσιμπουκωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσιμπουκωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσιμπουκωθεί
εσύ είχες τσιμπουκωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσιμπουκωθεί
εμείς είχαμε τσιμπουκωθεί
εσείς είχατε τσιμπουκωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσιμπουκωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσιμπουκωθεί
εσύ θα έχεις τσιμπουκωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσιμπουκωθεί
εμείς θα έχουμε τσιμπουκωθεί
εσείς θα έχετε τσιμπουκωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσιμπουκωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τσιμπουκώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσιμπουκώσου
(εσείς) τσιμπουκωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσιμπουκώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τσιμπουκώσει

Μετοχή παρακειμένου

τσιμπουκωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τσιμπουκώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τσιμπουκωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.