to check
Πλήρης κλίση του ρήματος τσεκάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσεκάρω
εσύ τσεκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό τσεκάρει
εμείς τσεκάρουμε
εσείς τσεκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσεκάρουν / τσεκάρουνε
Παρατατικός
εγώ τσέκαρα / τσεκάριζα
εσύ τσέκαρες / τσεκάριζες
αυτός/αυτή/αυτό τσέκαρε / τσεκάριζε
εμείς τσεκάραμε
εσείς τσεκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσέκαραν / τσεκάραν / τσεκάρανε / τσεκάριζαν
Αόριστος
εγώ τσέκαρα / τσεκάρισα
εσύ τσέκαρες / τσεκάρισες
αυτός/αυτή/αυτό τσέκαρε / τσεκάρισε
εμείς τσεκάραμε
εσείς τσεκάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσέκαραν / τσεκάραν / τσεκάρανε / τσεκάρισαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσεκάρω
εσύ θα τσεκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσεκάρει
εμείς θα τσεκάρουμε
εσείς θα τσεκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσεκάρουν / θα τσεκάρουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσεκάρω
εσύ θα τσεκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσεκάρει
εμείς θα τσεκάρουμε
εσείς θα τσεκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσεκάρουν / θα τσεκάρουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσεκάρω
εσύ να τσεκάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσεκάρει
εμείς να τσεκάρουμε
εσείς να τσεκάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσεκάρουν / τσεκάρουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσεκάρει
εσύ έχεις τσεκάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσεκάρει
εμείς έχουμε τσεκάρει
εσείς έχετε τσεκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσεκάρει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσεκάρει
εσύ είχες τσεκάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσεκάρει
εμείς είχαμε τσεκάρει
εσείς είχατε τσεκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσεκάρει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσεκάρει
εσύ θα έχεις τσεκάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσεκάρει
εμείς θα έχουμε τσεκάρει
εσείς θα έχετε τσεκάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσεκάρει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τσέκαρε / τσεκάριζε
(εσείς) τσεκάρετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσέκαρε / τσεκάρισε
(εσείς) τσεκάρετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσεκάρομαι
εσύ τσεκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσεκάρεται
εμείς τσεκαριζόμαστε
εσείς τσεκάρεστε / τσεκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσεκάρονται
Παρατατικός
εγώ τσεκαριζόμουν / τσεκαριζόμουνα
εσύ τσεκαριζόσουν / τσεκαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσεκαριζόταν / τσεκαριζότανε
εμείς τσεκαριζόμασταν / τσεκαριζόμαστε
εσείς τσεκαριζόσασταν / τσεκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσεκάρονταν / τσεκαριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ τσεκαρίστηκα
εσύ τσεκαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσεκαρίστηκε
εμείς τσεκαριστήκαμε
εσείς τσεκαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσεκαρίστηκαν / τσεκαριστήκαν / τσεκαριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσεκάρομαι
εσύ θα τσεκάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσεκάρεται
εμείς θα τσεκαριζόμαστε
εσείς θα τσεκάρεστε / θα τσεκαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσεκάρονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσεκαριστώ
εσύ θα τσεκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσεκαριστεί
εμείς θα τσεκαριστούμε
εσείς θα τσεκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσεκαριστούν / θα τσεκαριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσεκαριστώ
εσύ να τσεκαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσεκαριστεί
εμείς να τσεκαριστούμε
εσείς να τσεκαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσεκαριστούν / τσεκαριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσεκαριστεί
εσύ έχεις τσεκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσεκαριστεί
εμείς έχουμε τσεκαριστεί
εσείς έχετε τσεκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσεκαριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσεκαριστεί
εσύ είχες τσεκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσεκαριστεί
εμείς είχαμε τσεκαριστεί
εσείς είχατε τσεκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσεκαριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσεκαριστεί
εσύ θα έχεις τσεκαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσεκαριστεί
εμείς θα έχουμε τσεκαριστεί
εσείς θα έχετε τσεκαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσεκαριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τσεκάρεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσεκαρίσου
(εσείς) τσεκαριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τσεκάροντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τσεκάρει
Μετοχή παρακειμένου
τσεκαρισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τσεκάρει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τσεκαριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.