Κλίση του ρήματος τσατίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσατίζω
to vex, annoy, irritate, drive around the bend, peeve, rub the wrong way, nettle, get to, tick off, piss off
Πλήρης κλίση του ρήματος τσατίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσατίζω
εσύ τσατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τσατίζει
εμείς τσατίζουμε
εσείς τσατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσατίζουν / τσατίζουνε

Παρατατικός

εγώ τσάτιζα
εσύ τσάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό τσάτιζε
εμείς τσατίζαμε
εσείς τσατίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάτιζαν / τσατίζαν / τσατίζανε

Αόριστος

εγώ τσάτισα
εσύ τσάτισες
αυτός/αυτή/αυτό τσάτισε
εμείς τσατίσαμε
εσείς τσατίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάτισαν / τσατίσαν / τσατίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσατίζω
εσύ θα τσατίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσατίζει
εμείς θα τσατίζουμε
εσείς θα τσατίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσατίζουν / θα τσατίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσατίσω
εσύ θα τσατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσατίσει
εμείς θα τσατίσουμε
εσείς θα τσατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσατίσουν / θα τσατίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσατίσω
εσύ να τσατίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσατίσει
εμείς να τσατίσουμε
εσείς να τσατίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσατίσουν / τσατίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσατίσει
εσύ έχεις τσατίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσατίσει
εμείς έχουμε τσατίσει
εσείς έχετε τσατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσατίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσατίσει
εσύ είχες τσατίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσατίσει
εμείς είχαμε τσατίσει
εσείς είχατε τσατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσατίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσατίσει
εσύ θα έχεις τσατίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσατίσει
εμείς θα έχουμε τσατίσει
εσείς θα έχετε τσατίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσατίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τσάτιζε
(εσείς) τσατίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσάτισε
(εσείς) τσατίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσατίζομαι
εσύ τσατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσατίζεται
εμείς τσατιζόμαστε
εσείς τσατίζεστε / τσατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσατίζονται

Παρατατικός

εγώ τσατιζόμουν / τσατιζόμουνα
εσύ τσατιζόσουν / τσατιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσατιζόταν / τσατιζότανε
εμείς τσατιζόμασταν / τσατιζόμαστε
εσείς τσατιζόσασταν / τσατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσατίζονταν / τσατιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ τσατίστηκα
εσύ τσατίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσατίστηκε
εμείς τσατιστήκαμε
εσείς τσατιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσατίστηκαν / τσατιστήκαν / τσατιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσατίζομαι
εσύ θα τσατίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσατίζεται
εμείς θα τσατιζόμαστε
εσείς θα τσατίζεστε / θα τσατιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσατίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσατιστώ
εσύ θα τσατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσατιστεί
εμείς θα τσατιστούμε
εσείς θα τσατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσατιστούν / θα τσατιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσατιστώ
εσύ να τσατιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσατιστεί
εμείς να τσατιστούμε
εσείς να τσατιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσατιστούν / τσατιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσατιστεί
εσύ έχεις τσατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσατιστεί
εμείς έχουμε τσατιστεί
εσείς έχετε τσατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσατιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσατιστεί
εσύ είχες τσατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσατιστεί
εμείς είχαμε τσατιστεί
εσείς είχατε τσατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσατιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσατιστεί
εσύ θα έχεις τσατιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσατιστεί
εμείς θα έχουμε τσατιστεί
εσείς θα έχετε τσατιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσατιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τσατίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσατίσου
(εσείς) τσατιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσατίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τσατίσει

Μετοχή παρακειμένου

τσατισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τσατίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τσατιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.