Κλίση του ρήματος τσαμπουνάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τσαμπουνάω
to prattle, prate, be a windbag
Πλήρης κλίση του ρήματος τσαμπουνάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τσαμπουνάω
εσύ τσαμπουνάς
αυτός/αυτή/αυτό τσαμπουνάει
εμείς τσαμπουνάμε
εσείς τσαμπουνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά τσαμπουνάνε / τσαμπουνάν

Παρατατικός

εγώ τσαμπουνούσα / τσαμπούναγα
εσύ τσαμπουνούσες / τσαμπούναγες
αυτός/αυτή/αυτό τσαμπουνούσε / τσαμπούναγε
εμείς τσαμπουνούσαμε / τσαμπουνάγαμε
εσείς τσαμπουνούσατε / τσαμπουνάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσαμπουνούσαν / τσαμπουνούσανε / τσαμπούναγαν / τσαμπουνάγανε

Αόριστος

εγώ τσαμπούνησα
εσύ τσαμπούνησες
αυτός/αυτή/αυτό τσαμπούνησε
εμείς τσαμπουνήσαμε
εσείς τσαμπουνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσαμπούνησαν / τσαμπουνήσαν / τσαμπουνήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τσαμπουνάω
εσύ θα τσαμπουνάς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσαμπουνάει
εμείς θα τσαμπουνάμε
εσείς θα τσαμπουνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσαμπουνάνε / θα τσαμπουνάν

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τσαμπουνήσω
εσύ θα τσαμπουνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσαμπουνήσει
εμείς θα τσαμπουνήσουμε
εσείς θα τσαμπουνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσαμπουνήσουν / θα τσαμπουνήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τσαμπουνήσω
εσύ να τσαμπουνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσαμπουνήσει
εμείς να τσαμπουνήσουμε
εσείς να τσαμπουνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσαμπουνήσουν / τσαμπουνήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τσαμπουνήσει
εσύ έχεις τσαμπουνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσαμπουνήσει
εμείς έχουμε τσαμπουνήσει
εσείς έχετε τσαμπουνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσαμπουνήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τσαμπουνήσει
εσύ είχες τσαμπουνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσαμπουνήσει
εμείς είχαμε τσαμπουνήσει
εσείς είχατε τσαμπουνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσαμπουνήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τσαμπουνήσει
εσύ θα έχεις τσαμπουνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσαμπουνήσει
εμείς θα έχουμε τσαμπουνήσει
εσείς θα έχετε τσαμπουνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσαμπουνήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τσαμπούνα / τσαμπούναγε
(εσείς) τσαμπουνάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τσαμπούνησε / τσαμπούνα
(εσείς) τσαμπουνήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τσαμπουνώντας / έχοντας τσαμπουνήσει

Απαρέμφατο

τσαμπουνήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.