to catch, capture (seize by force)
Πλήρης κλίση του ρήματος τσακώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσακώνω
εσύ τσακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό τσακώνει
εμείς τσακώνουμε
εσείς τσακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακώνουν / τσακώνουνε
Παρατατικός
εγώ τσάκωνα
εσύ τσάκωνες
αυτός/αυτή/αυτό τσάκωνε
εμείς τσακώναμε
εσείς τσακώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάκωναν / τσακώναν / τσακώνανε
Αόριστος
εγώ τσάκωσα
εσύ τσάκωσες
αυτός/αυτή/αυτό τσάκωσε
εμείς τσακώσαμε
εσείς τσακώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάκωσαν / τσακώσαν / τσακώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσακώνω
εσύ θα τσακώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακώνει
εμείς θα τσακώνουμε
εσείς θα τσακώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακώνουν / θα τσακώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακώσω
εσύ θα τσακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακώσει
εμείς θα τσακώσουμε
εσείς θα τσακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακώσουν / θα τσακώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσακώσω
εσύ να τσακώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσακώσει
εμείς να τσακώσουμε
εσείς να τσακώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσακώσουν / τσακώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσακώσει
εσύ έχεις τσακώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσακώσει
εμείς έχουμε τσακώσει
εσείς έχετε τσακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσακώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσακώσει
εσύ είχες τσακώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσακώσει
εμείς είχαμε τσακώσει
εσείς είχατε τσακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσακώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσακώσει
εσύ θα έχεις τσακώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσακώσει
εμείς θα έχουμε τσακώσει
εσείς θα έχετε τσακώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσακώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τσάκωνε
(εσείς) τσακώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσάκωσε
(εσείς) τσακώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσακώνομαι
εσύ τσακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσακώνεται
εμείς τσακωνόμαστε
εσείς τσακώνεστε / τσακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακώνονται
Παρατατικός
εγώ τσακωνόμουν / τσακωνόμουνα
εσύ τσακωνόσουν / τσακωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσακωνόταν / τσακωνότανε
εμείς τσακωνόμασταν / τσακωνόμαστε
εσείς τσακωνόσασταν / τσακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακώνονταν / τσακωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ τσακώθηκα
εσύ τσακώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσακώθηκε
εμείς τσακωθήκαμε
εσείς τσακωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακώθηκαν / τσακωθήκαν / τσακωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσακώνομαι
εσύ θα τσακώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακώνεται
εμείς θα τσακωνόμαστε
εσείς θα τσακώνεστε / θα τσακωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακωθώ
εσύ θα τσακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακωθεί
εμείς θα τσακωθούμε
εσείς θα τσακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακωθούν / θα τσακωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσακωθώ
εσύ να τσακωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσακωθεί
εμείς να τσακωθούμε
εσείς να τσακωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσακωθούν / τσακωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσακωθεί
εσύ έχεις τσακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσακωθεί
εμείς έχουμε τσακωθεί
εσείς έχετε τσακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσακωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσακωθεί
εσύ είχες τσακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσακωθεί
εμείς είχαμε τσακωθεί
εσείς είχατε τσακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσακωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσακωθεί
εσύ θα έχεις τσακωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσακωθεί
εμείς θα έχουμε τσακωθεί
εσείς θα έχετε τσακωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσακωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τσακώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσακώσου
(εσείς) τσακωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τσακώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τσακώσει
Μετοχή παρακειμένου
τσακωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τσακώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τσακωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.