to break, to smash (to separate into pieces violently)
Πλήρης κλίση του ρήματος τσακίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσακίζω
εσύ τσακίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τσακίζει
εμείς τσακίζουμε
εσείς τσακίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακίζουν / τσακίζουνε
Παρατατικός
εγώ τσάκιζα
εσύ τσάκιζες
αυτός/αυτή/αυτό τσάκιζε
εμείς τσακίζαμε
εσείς τσακίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάκιζαν / τσακίζαν / τσακίζανε
Αόριστος
εγώ τσάκισα
εσύ τσάκισες
αυτός/αυτή/αυτό τσάκισε
εμείς τσακίσαμε
εσείς τσακίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσάκισαν / τσακίσαν / τσακίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσακίζω
εσύ θα τσακίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακίζει
εμείς θα τσακίζουμε
εσείς θα τσακίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακίζουν / θα τσακίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακίσω
εσύ θα τσακίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακίσει
εμείς θα τσακίσουμε
εσείς θα τσακίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακίσουν / θα τσακίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσακίσω
εσύ να τσακίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τσακίσει
εμείς να τσακίσουμε
εσείς να τσακίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσακίσουν / τσακίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσακίσει
εσύ έχεις τσακίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσακίσει
εμείς έχουμε τσακίσει
εσείς έχετε τσακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσακίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσακίσει
εσύ είχες τσακίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσακίσει
εμείς είχαμε τσακίσει
εσείς είχατε τσακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσακίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσακίσει
εσύ θα έχεις τσακίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσακίσει
εμείς θα έχουμε τσακίσει
εσείς θα έχετε τσακίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσακίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τσάκιζε
(εσείς) τσακίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσάκισε
(εσείς) τσακίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τσακίζομαι
εσύ τσακίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τσακίζεται
εμείς τσακιζόμαστε
εσείς τσακίζεστε / τσακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακίζονται
Παρατατικός
εγώ τσακιζόμουν / τσακιζόμουνα
εσύ τσακιζόσουν / τσακιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τσακιζόταν / τσακιζότανε
εμείς τσακιζόμασταν / τσακιζόμαστε
εσείς τσακιζόσασταν / τσακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακίζονταν / τσακιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ τσακίστηκα
εσύ τσακίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τσακίστηκε
εμείς τσακιστήκαμε
εσείς τσακιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τσακίστηκαν / τσακιστήκαν / τσακιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τσακίζομαι
εσύ θα τσακίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακίζεται
εμείς θα τσακιζόμαστε
εσείς θα τσακίζεστε / θα τσακιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσακιστώ
εσύ θα τσακιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τσακιστεί
εμείς θα τσακιστούμε
εσείς θα τσακιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τσακιστούν / θα τσακιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τσακιστώ
εσύ να τσακιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τσακιστεί
εμείς να τσακιστούμε
εσείς να τσακιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τσακιστούν / τσακιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τσακιστεί
εσύ έχεις τσακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τσακιστεί
εμείς έχουμε τσακιστεί
εσείς έχετε τσακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τσακιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τσακιστεί
εσύ είχες τσακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τσακιστεί
εμείς είχαμε τσακιστεί
εσείς είχατε τσακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τσακιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τσακιστεί
εσύ θα έχεις τσακιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τσακιστεί
εμείς θα έχουμε τσακιστεί
εσείς θα έχετε τσακιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τσακιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τσακίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τσακίσου
(εσείς) τσακιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τσακίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τσακίσει
Μετοχή παρακειμένου
τσακισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τσακίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τσακιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.