Κλίση του ρήματος τρομοκρατώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τρομοκρατώ
to terrorise (UK), terrorize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος τρομοκρατώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τρομοκρατώ
εσύ τρομοκρατείς
αυτός/αυτή/αυτό τρομοκρατεί
εμείς τρομοκρατούμε
εσείς τρομοκρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκρατούν / τρομοκρατούνε

Παρατατικός

εγώ τρομοκρατούσα
εσύ τρομοκρατούσες
αυτός/αυτή/αυτό τρομοκρατούσε
εμείς τρομοκρατούσαμε
εσείς τρομοκρατούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκρατούσαν / τρομοκρατούσανε

Αόριστος

εγώ τρομοκράτησα
εσύ τρομοκράτησες
αυτός/αυτή/αυτό τρομοκράτησε
εμείς τρομοκρατήσαμε
εσείς τρομοκρατήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκράτησαν / τρομοκρατήσαν / τρομοκρατήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τρομοκρατώ
εσύ θα τρομοκρατείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομοκρατεί
εμείς θα τρομοκρατούμε
εσείς θα τρομοκρατείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομοκρατούν / θα τρομοκρατούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τρομοκρατήσω
εσύ θα τρομοκρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομοκρατήσει
εμείς θα τρομοκρατήσουμε
εσείς θα τρομοκρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομοκρατήσουν / θα τρομοκρατήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τρομοκρατήσω
εσύ να τρομοκρατήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τρομοκρατήσει
εμείς να τρομοκρατήσουμε
εσείς να τρομοκρατήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρομοκρατήσουν / τρομοκρατήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τρομοκρατήσει
εσύ έχεις τρομοκρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρομοκρατήσει
εμείς έχουμε τρομοκρατήσει
εσείς έχετε τρομοκρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρομοκρατήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τρομοκρατήσει
εσύ είχες τρομοκρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρομοκρατήσει
εμείς είχαμε τρομοκρατήσει
εσείς είχατε τρομοκρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρομοκρατήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τρομοκρατήσει
εσύ θα έχεις τρομοκρατήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρομοκρατήσει
εμείς θα έχουμε τρομοκρατήσει
εσείς θα έχετε τρομοκρατήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρομοκρατήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τρομοκρατείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τρομοκράτησε
(εσείς) τρομοκρατήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τρομοκρατούμαι
εσύ τρομοκρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό τρομοκρατείται
εμείς τρομοκρατούμαστε
εσείς τρομοκρατείστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκρατούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό τρομοκρατούνταν / τρομοκρατείτο
εμείς τρομοκρατούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκρατούνταν / τρομοκρατούντο

Αόριστος

εγώ τρομοκρατήθηκα
εσύ τρομοκρατήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τρομοκρατήθηκε
εμείς τρομοκρατηθήκαμε
εσείς τρομοκρατηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομοκρατήθηκαν / τρομοκρατηθήκαν / τρομοκρατηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τρομοκρατούμαι
εσύ θα τρομοκρατείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομοκρατείται
εμείς θα τρομοκρατούμαστε
εσείς θα τρομοκρατείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομοκρατούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τρομοκρατηθώ
εσύ θα τρομοκρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομοκρατηθεί
εμείς θα τρομοκρατηθούμε
εσείς θα τρομοκρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομοκρατηθούν / θα τρομοκρατηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τρομοκρατηθώ
εσύ να τρομοκρατηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τρομοκρατηθεί
εμείς να τρομοκρατηθούμε
εσείς να τρομοκρατηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρομοκρατηθούν / τρομοκρατηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τρομοκρατηθεί
εσύ έχεις τρομοκρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρομοκρατηθεί
εμείς έχουμε τρομοκρατηθεί
εσείς έχετε τρομοκρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρομοκρατηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τρομοκρατηθεί
εσύ είχες τρομοκρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρομοκρατηθεί
εμείς είχαμε τρομοκρατηθεί
εσείς είχατε τρομοκρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρομοκρατηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τρομοκρατηθεί
εσύ θα έχεις τρομοκρατηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρομοκρατηθεί
εμείς θα έχουμε τρομοκρατηθεί
εσείς θα έχετε τρομοκρατηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρομοκρατηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τρομοκρατείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τρομοκρατήσου
(εσείς) τρομοκρατηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τρομοκρατώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τρομοκρατήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

τρομοκρατούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

τρομοκρατημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τρομοκρατήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τρομοκρατηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.