to frighten, scare, terrify, spook (cause to feel fear)
Πλήρης κλίση του ρήματος τρομάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρομάζω
εσύ τρομάζεις
αυτός/αυτή/αυτό τρομάζει
εμείς τρομάζουμε
εσείς τρομάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρομάζουν / τρομάζουνε
Παρατατικός
εγώ τρόμαζα
εσύ τρόμαζες
αυτός/αυτή/αυτό τρόμαζε
εμείς τρομάζαμε
εσείς τρομάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρόμαζαν / τρομάζαν / τρομάζανε
Αόριστος
εγώ τρόμαξα
εσύ τρόμαξες
αυτός/αυτή/αυτό τρόμαξε
εμείς τρομάξαμε
εσείς τρομάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρόμαξαν / τρομάξαν / τρομάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρομάζω
εσύ θα τρομάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομάζει
εμείς θα τρομάζουμε
εσείς θα τρομάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομάζουν / θα τρομάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρομάξω
εσύ θα τρομάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρομάξει
εμείς θα τρομάξουμε
εσείς θα τρομάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρομάξουν / θα τρομάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τρομάξω
εσύ να τρομάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να τρομάξει
εμείς να τρομάξουμε
εσείς να τρομάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρομάξουν / τρομάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τρομάξει
εσύ έχεις τρομάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρομάξει
εμείς έχουμε τρομάξει
εσείς έχετε τρομάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρομάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τρομάξει
εσύ είχες τρομάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρομάξει
εμείς είχαμε τρομάξει
εσείς είχατε τρομάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρομάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τρομάξει
εσύ θα έχεις τρομάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρομάξει
εμείς θα έχουμε τρομάξει
εσείς θα έχετε τρομάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρομάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τρόμαζε
(εσείς) τρομάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τρόμαξε / τρόμαχ'
(εσείς) τρομάξτε / τρομάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τρομάζοντας / έχοντας τρομάξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
τρομαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τρομάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.