to wander, roam, walk around
Πλήρης κλίση του ρήματος τριγυρνώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τριγυρνάω / τριγυρνώ
εσύ τριγυρνάς
αυτός/αυτή/αυτό τριγυρνάει / τριγυρνά
εμείς τριγυρνάμε / τριγυρνούμε
εσείς τριγυρνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγυρνάνε / τριγυρνάν / τριγυρνούν / τριγυρνούνε
Παρατατικός
εγώ τριγυρνούσα / τριγύρναγα
εσύ τριγυρνούσες / τριγύρναγες
αυτός/αυτή/αυτό τριγυρνούσε / τριγύρναγε
εμείς τριγυρνούσαμε / τριγυρνάγαμε
εσείς τριγυρνούσατε / τριγυρνάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγυρνούσαν / τριγυρνούσανε / τριγύρναγαν / τριγυρνάγανε
Αόριστος
εγώ τριγύρνησα
εσύ τριγύρνησες
αυτός/αυτή/αυτό τριγύρνησε
εμείς τριγυρνήσαμε
εσείς τριγυρνήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγύρνησαν / τριγυρνήσαν / τριγυρνήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τριγυρνάω / θα τριγυρνώ
εσύ θα τριγυρνάς
αυτός/αυτή/αυτό θα τριγυρνάει / θα τριγυρνά
εμείς θα τριγυρνάμε / θα τριγυρνούμε
εσείς θα τριγυρνάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τριγυρνάνε / θα τριγυρνάν / θα τριγυρνούν / θα τριγυρνούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τριγυρνήσω
εσύ θα τριγυρνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τριγυρνήσει
εμείς θα τριγυρνήσουμε
εσείς θα τριγυρνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τριγυρνήσουν / θα τριγυρνήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τριγυρνήσω
εσύ να τριγυρνήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τριγυρνήσει
εμείς να τριγυρνήσουμε
εσείς να τριγυρνήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τριγυρνήσουν / τριγυρνήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τριγυρνήσει
εσύ έχεις τριγυρνήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τριγυρνήσει
εμείς έχουμε τριγυρνήσει
εσείς έχετε τριγυρνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τριγυρνήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τριγυρνήσει
εσύ είχες τριγυρνήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τριγυρνήσει
εμείς είχαμε τριγυρνήσει
εσείς είχατε τριγυρνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τριγυρνήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τριγυρνήσει
εσύ θα έχεις τριγυρνήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τριγυρνήσει
εμείς θα έχουμε τριγυρνήσει
εσείς θα έχετε τριγυρνήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τριγυρνήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τριγύρνα / τριγύρναγε
(εσείς) τριγυρνάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τριγύρνησε / τριγύρνα
(εσείς) τριγυρνήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τριγυρνιέμαι
εσύ τριγυρνιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό τριγυρνιέται
εμείς τριγυρνιόμαστε
εσείς τριγυρνιέστε / τριγυρνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγυρνιούνται / τριγυρνιόνται
Παρατατικός
εγώ τριγυρνιόμουν / τριγυρνιόμουνα
εσύ τριγυρνιόσουν / τριγυρνιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τριγυρνιόταν / τριγυρνιότανε
εμείς τριγυρνιόμασταν / τριγυρνιόμαστε
εσείς τριγυρνιόσασταν / τριγυρνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγυρνιόνταν / τριγυρνιόντανε / τριγυρνιόντουσαν / τριγυρνιούνταν
Αόριστος
εγώ τριγυρνήθηκα
εσύ τριγυρνήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τριγυρνήθηκε
εμείς τριγυρνηθήκαμε
εσείς τριγυρνηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τριγυρνήθηκαν / τριγυρνηθήκαν / τριγυρνηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τριγυρνιέμαι
εσύ θα τριγυρνιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τριγυρνιέται
εμείς θα τριγυρνιόμαστε
εσείς θα τριγυρνιέστε / θα τριγυρνιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τριγυρνιούνται / θα τριγυρνιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τριγυρνηθώ
εσύ θα τριγυρνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τριγυρνηθεί
εμείς θα τριγυρνηθούμε
εσείς θα τριγυρνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τριγυρνηθούν / θα τριγυρνηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τριγυρνηθώ
εσύ να τριγυρνηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τριγυρνηθεί
εμείς να τριγυρνηθούμε
εσείς να τριγυρνηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τριγυρνηθούν / τριγυρνηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τριγυρνηθεί
εσύ έχεις τριγυρνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τριγυρνηθεί
εμείς έχουμε τριγυρνηθεί
εσείς έχετε τριγυρνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τριγυρνηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τριγυρνηθεί
εσύ είχες τριγυρνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τριγυρνηθεί
εμείς είχαμε τριγυρνηθεί
εσείς είχατε τριγυρνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τριγυρνηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τριγυρνηθεί
εσύ θα έχεις τριγυρνηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τριγυρνηθεί
εμείς θα έχουμε τριγυρνηθεί
εσείς θα έχετε τριγυρνηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τριγυρνηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τριγυρνιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τριγυρνήσου
(εσείς) τριγυρνηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τριγυρνώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τριγυρνήσει
Μετοχή παρακειμένου
τριγυρνημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τριγυρνήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τριγυρνηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.