to madden, drive insane, drive crazy (cause someone to go insane)
Πλήρης κλίση του ρήματος τρελαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρελαίνω
εσύ τρελαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό τρελαίνει
εμείς τρελαίνουμε
εσείς τρελαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρελαίνουν / τρελαίνουνε
Παρατατικός
εγώ τρέλαινα
εσύ τρέλαινες
αυτός/αυτή/αυτό τρέλαινε
εμείς τρελαίναμε
εσείς τρελαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέλαιναν / τρελαίναν / τρελαίνανε
Αόριστος
εγώ τρέλανα
εσύ τρέλανες
αυτός/αυτή/αυτό τρέλανε
εμείς τρελάναμε
εσείς τρελάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέλαναν / τρελάναν / τρελάνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρελαίνω
εσύ θα τρελαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρελαίνει
εμείς θα τρελαίνουμε
εσείς θα τρελαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρελαίνουν / θα τρελαίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρελάνω
εσύ θα τρελάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρελάνει
εμείς θα τρελάνουμε
εσείς θα τρελάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρελάνουν / θα τρελάνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τρελάνω
εσύ να τρελάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να τρελάνει
εμείς να τρελάνουμε
εσείς να τρελάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρελάνουν / τρελάνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τρελάνει
εσύ έχεις τρελάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρελάνει
εμείς έχουμε τρελάνει
εσείς έχετε τρελάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρελάνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τρελάνει
εσύ είχες τρελάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρελάνει
εμείς είχαμε τρελάνει
εσείς είχατε τρελάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρελάνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τρελάνει
εσύ θα έχεις τρελάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρελάνει
εμείς θα έχουμε τρελάνει
εσείς θα έχετε τρελάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρελάνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τρέλαινε
(εσείς) τρελαίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τρέλανε
(εσείς) τρελάνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρελαίνομαι
εσύ τρελαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τρελαίνεται
εμείς τρελαινόμαστε
εσείς τρελαίνεστε / τρελαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρελαίνονται
Παρατατικός
εγώ τρελαινόμουν / τρελαινόμουνα
εσύ τρελαινόσουν / τρελαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τρελαινόταν / τρελαινότανε
εμείς τρελαινόμασταν / τρελαινόμαστε
εσείς τρελαινόσασταν / τρελαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρελαίνονταν / τρελαινόντουσαν
Αόριστος
εγώ τρελάθηκα
εσύ τρελάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τρελάθηκε
εμείς τρελαθήκαμε
εσείς τρελαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρελάθηκαν / τρελαθήκαν / τρελαθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρελαίνομαι
εσύ θα τρελαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τρελαίνεται
εμείς θα τρελαινόμαστε
εσείς θα τρελαίνεστε / θα τρελαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρελαίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρελαθώ
εσύ θα τρελαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τρελαθεί
εμείς θα τρελαθούμε
εσείς θα τρελαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρελαθούν / θα τρελαθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τρελαθώ
εσύ να τρελαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τρελαθεί
εμείς να τρελαθούμε
εσείς να τρελαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρελαθούν / τρελαθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τρελαθεί
εσύ έχεις τρελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρελαθεί
εμείς έχουμε τρελαθεί
εσείς έχετε τρελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρελαθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τρελαθεί
εσύ είχες τρελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρελαθεί
εμείς είχαμε τρελαθεί
εσείς είχατε τρελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρελαθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τρελαθεί
εσύ θα έχεις τρελαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρελαθεί
εμείς θα έχουμε τρελαθεί
εσείς θα έχετε τρελαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρελαθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τρελαίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) τρελαθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τρελαίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τρελάνει
Μετοχή παρακειμένου
τρελαμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τρελάνει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τρελαθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.