Κλίση του ρήματος τραυματίζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τραυματίζω
to wound, damage, injure
Πλήρης κλίση του ρήματος τραυματίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τραυματίζω
εσύ τραυματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τραυματίζει
εμείς τραυματίζουμε
εσείς τραυματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυματίζουν / τραυματίζουνε

Παρατατικός

εγώ τραυμάτιζα
εσύ τραυμάτιζες
αυτός/αυτή/αυτό τραυμάτιζε
εμείς τραυματίζαμε
εσείς τραυματίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυμάτιζαν / τραυματίζαν / τραυματίζανε

Αόριστος

εγώ τραυμάτισα
εσύ τραυμάτισες
αυτός/αυτή/αυτό τραυμάτισε
εμείς τραυματίσαμε
εσείς τραυματίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυμάτισαν / τραυματίσαν / τραυματίσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τραυματίζω
εσύ θα τραυματίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τραυματίζει
εμείς θα τραυματίζουμε
εσείς θα τραυματίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τραυματίζουν / θα τραυματίζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τραυματίσω
εσύ θα τραυματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τραυματίσει
εμείς θα τραυματίσουμε
εσείς θα τραυματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τραυματίσουν / θα τραυματίσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τραυματίσω
εσύ να τραυματίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τραυματίσει
εμείς να τραυματίσουμε
εσείς να τραυματίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τραυματίσουν / τραυματίσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τραυματίσει
εσύ έχεις τραυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τραυματίσει
εμείς έχουμε τραυματίσει
εσείς έχετε τραυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τραυματίσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τραυματίσει
εσύ είχες τραυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τραυματίσει
εμείς είχαμε τραυματίσει
εσείς είχατε τραυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τραυματίσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τραυματίσει
εσύ θα έχεις τραυματίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τραυματίσει
εμείς θα έχουμε τραυματίσει
εσείς θα έχετε τραυματίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τραυματίσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τραυμάτιζε
(εσείς) τραυματίζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τραυμάτισε
(εσείς) τραυματίστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τραυματίζομαι
εσύ τραυματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τραυματίζεται
εμείς τραυματιζόμαστε
εσείς τραυματίζεστε / τραυματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυματίζονται

Παρατατικός

εγώ τραυματιζόμουν / τραυματιζόμουνα
εσύ τραυματιζόσουν / τραυματιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τραυματιζόταν / τραυματιζότανε
εμείς τραυματιζόμασταν / τραυματιζόμαστε
εσείς τραυματιζόσασταν / τραυματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυματίζονταν / τραυματιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ τραυματίστηκα
εσύ τραυματίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τραυματίστηκε
εμείς τραυματιστήκαμε
εσείς τραυματιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τραυματίστηκαν / τραυματιστήκαν / τραυματιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τραυματίζομαι
εσύ θα τραυματίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τραυματίζεται
εμείς θα τραυματιζόμαστε
εσείς θα τραυματίζεστε / θα τραυματιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τραυματίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τραυματιστώ
εσύ θα τραυματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τραυματιστεί
εμείς θα τραυματιστούμε
εσείς θα τραυματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τραυματιστούν / θα τραυματιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τραυματιστώ
εσύ να τραυματιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τραυματιστεί
εμείς να τραυματιστούμε
εσείς να τραυματιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τραυματιστούν / τραυματιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τραυματιστεί
εσύ έχεις τραυματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τραυματιστεί
εμείς έχουμε τραυματιστεί
εσείς έχετε τραυματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τραυματιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τραυματιστεί
εσύ είχες τραυματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τραυματιστεί
εμείς είχαμε τραυματιστεί
εσείς είχατε τραυματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τραυματιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τραυματιστεί
εσύ θα έχεις τραυματιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τραυματιστεί
εμείς θα έχουμε τραυματιστεί
εσείς θα έχετε τραυματιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τραυματιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τραυματίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τραυματίσου
(εσείς) τραυματιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τραυματίζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τραυματίσει

Μετοχή παρακειμένου

τραυματισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τραυματίσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τραυματιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.