Κλίση του ρήματος τρακάρω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τρακάρω
to collide, bump
Πλήρης κλίση του ρήματος τρακάρω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τρακάρω
εσύ τρακάρεις
αυτός/αυτή/αυτό τρακάρει
εμείς τρακάρουμε
εσείς τρακάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρακάρουν / τρακάρουνε

Παρατατικός

εγώ τράκαρα / τρακάριζα
εσύ τράκαρες / τρακάριζες
αυτός/αυτή/αυτό τράκαρε / τρακάριζε
εμείς τρακάραμε
εσείς τρακάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά τράκαραν / τρακάραν / τρακάρανε / τρακάριζαν

Αόριστος

εγώ τράκαρα / τρακάρισα
εσύ τράκαρες / τρακάρισες
αυτός/αυτή/αυτό τράκαρε / τρακάρισε
εμείς τρακάραμε
εσείς τρακάρατε
αυτοί/αυτές/αυτά τράκαραν / τρακάραν / τρακάρανε / τρακάρισαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τρακάρω
εσύ θα τρακάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρακάρει
εμείς θα τρακάρουμε
εσείς θα τρακάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρακάρουν / θα τρακάρουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τρακάρω
εσύ θα τρακάρεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρακάρει
εμείς θα τρακάρουμε
εσείς θα τρακάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρακάρουν / θα τρακάρουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τρακάρω
εσύ να τρακάρεις
αυτός/αυτή/αυτό να τρακάρει
εμείς να τρακάρουμε
εσείς να τρακάρετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρακάρουν / τρακάρουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τρακάρει
εσύ έχεις τρακάρει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρακάρει
εμείς έχουμε τρακάρει
εσείς έχετε τρακάρει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρακάρει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τρακάρει
εσύ είχες τρακάρει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρακάρει
εμείς είχαμε τρακάρει
εσείς είχατε τρακάρει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρακάρει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τρακάρει
εσύ θα έχεις τρακάρει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρακάρει
εμείς θα έχουμε τρακάρει
εσείς θα έχετε τρακάρει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρακάρει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τράκαρε / τρακάριζε
(εσείς) τρακάρετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τράκαρε / τρακάρισε
(εσείς) τρακάρετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τρακάρομαι
εσύ τρακάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τρακάρεται
εμείς τρακαριζόμαστε
εσείς τρακάρεστε / τρακαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρακάρονται

Παρατατικός

εγώ τρακαριζόμουν / τρακαριζόμουνα
εσύ τρακαριζόσουν / τρακαριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τρακαριζόταν / τρακαριζότανε
εμείς τρακαριζόμασταν / τρακαριζόμαστε
εσείς τρακαριζόσασταν / τρακαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρακάρονταν / τρακαριζόντουσαν

Αόριστος

εγώ τρακαρίστηκα
εσύ τρακαρίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τρακαρίστηκε
εμείς τρακαριστήκαμε
εσείς τρακαριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τρακαρίστηκαν / τρακαριστήκαν / τρακαριστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τρακάρομαι
εσύ θα τρακάρεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τρακάρεται
εμείς θα τρακαριζόμαστε
εσείς θα τρακάρεστε / θα τρακαριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρακάρονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τρακαριστώ
εσύ θα τρακαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τρακαριστεί
εμείς θα τρακαριστούμε
εσείς θα τρακαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρακαριστούν / θα τρακαριστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τρακαριστώ
εσύ να τρακαριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τρακαριστεί
εμείς να τρακαριστούμε
εσείς να τρακαριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρακαριστούν / τρακαριστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τρακαριστεί
εσύ έχεις τρακαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρακαριστεί
εμείς έχουμε τρακαριστεί
εσείς έχετε τρακαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρακαριστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τρακαριστεί
εσύ είχες τρακαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρακαριστεί
εμείς είχαμε τρακαριστεί
εσείς είχατε τρακαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρακαριστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τρακαριστεί
εσύ θα έχεις τρακαριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρακαριστεί
εμείς θα έχουμε τρακαριστεί
εσείς θα έχετε τρακαριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρακαριστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τρακάρεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τρακαρίσου
(εσείς) τρακαριστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τρακάροντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τρακάρει

Μετοχή παρακειμένου

τρακαρισμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τρακάρει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τρακαριστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.