to squeak, creak
Πλήρης κλίση του ρήματος τρίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρίζω
εσύ τρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τρίζει
εμείς τρίζουμε
εσείς τρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρίζουν / τρίζουνε
Παρατατικός
εγώ έτριζα
εσύ έτριζες
αυτός/αυτή/αυτό έτριζε
εμείς τρίζαμε
εσείς τρίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτριζαν / τρίζαν / τρίζανε
Αόριστος
εγώ έτριξα
εσύ έτριξες
αυτός/αυτή/αυτό έτριξε
εμείς τρίξαμε
εσείς τρίξατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτριξαν / τρίξαν / τρίξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρίζω
εσύ θα τρίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρίζει
εμείς θα τρίζουμε
εσείς θα τρίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρίζουν / θα τρίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρίξω
εσύ θα τρίξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρίξει
εμείς θα τρίξουμε
εσείς θα τρίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρίξουν / θα τρίξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τρίξω
εσύ να τρίξεις
αυτός/αυτή/αυτό να τρίξει
εμείς να τρίξουμε
εσείς να τρίξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τρίξουν / τρίξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τρίξει
εσύ έχεις τρίξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τρίξει
εμείς έχουμε τρίξει
εσείς έχετε τρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τρίξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τρίξει
εσύ είχες τρίξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τρίξει
εμείς είχαμε τρίξει
εσείς είχατε τρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τρίξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τρίξει
εσύ θα έχεις τρίξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τρίξει
εμείς θα έχουμε τρίξει
εσείς θα έχετε τρίξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τρίξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τρίζε
(εσείς) τρίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τρίξε / τρίχ'
(εσείς) τρίξτε / τρίχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τρίζοντας / έχοντας τρίξει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
τριγμένος, ‑η, ‑o
Απαρέμφατο
τρίξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.