to feed, nourish, maintain
Πλήρης κλίση του ρήματος τρέφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρέφω
εσύ τρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό τρέφει
εμείς τρέφουμε
εσείς τρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέφουν / τρέφουνε
Παρατατικός
εγώ έτρεφα
εσύ έτρεφες
αυτός/αυτή/αυτό έτρεφε
εμείς τρέφαμε
εσείς τρέφατε
αυτοί/αυτές/αυτά έτρεφαν / τρέφαν / τρέφανε
Αόριστος
εγώ έθρεψα
εσύ έθρεψες
αυτός/αυτή/αυτό έθρεψε
εμείς θρέψαμε
εσείς θρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έθρεψαν / θρέψαν / θρέψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρέφω
εσύ θα τρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρέφει
εμείς θα τρέφουμε
εσείς θα τρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρέφουν / θα τρέφουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θρέψω
εσύ θα θρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα θρέψει
εμείς θα θρέψουμε
εσείς θα θρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα θρέψουν / θα θρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να θρέψω
εσύ να θρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να θρέψει
εμείς να θρέψουμε
εσείς να θρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να θρέψουν / θρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω θρέψει
εσύ έχεις θρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει θρέψει
εμείς έχουμε θρέψει
εσείς έχετε θρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν θρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα θρέψει
εσύ είχες θρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε θρέψει
εμείς είχαμε θρέψει
εσείς είχατε θρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν θρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω θρέψει
εσύ θα έχεις θρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει θρέψει
εμείς θα έχουμε θρέψει
εσείς θα έχετε θρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν θρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τρέφε
(εσείς) τρέφετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρέψε
(εσείς) θρέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρέφομαι
εσύ τρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τρέφεται
εμείς τρεφόμαστε
εσείς τρέφεστε / τρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέφονται
Παρατατικός
εγώ τρεφόμουν / τρεφόμουνα
εσύ τρεφόσουν / τρεφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τρεφόταν / τρεφότανε
εμείς τρεφόμασταν / τρεφόμαστε
εσείς τρεφόσασταν / τρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέφονταν / τρεφόντουσαν
Αόριστος
εγώ τράφηκα
εσύ τράφηκες
αυτός/αυτή/αυτό τράφηκε
εμείς τραφήκαμε
εσείς τραφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τράφηκαν / τραφήκαν / τραφήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρέφομαι
εσύ θα τρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τρέφεται
εμείς θα τρεφόμαστε
εσείς θα τρέφεστε / θα τρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρέφονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραφώ
εσύ θα τραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τραφεί
εμείς θα τραφούμε
εσείς θα τραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τραφούν / θα τραφούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τραφώ
εσύ να τραφείς
αυτός/αυτή/αυτό να τραφεί
εμείς να τραφούμε
εσείς να τραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τραφούν / τραφούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τραφεί
εσύ έχεις τραφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τραφεί
εμείς έχουμε τραφεί
εσείς έχετε τραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τραφεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τραφεί
εσύ είχες τραφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τραφεί
εμείς είχαμε τραφεί
εσείς είχατε τραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τραφεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τραφεί
εσύ θα έχεις τραφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τραφεί
εμείς θα έχουμε τραφεί
εσείς θα έχετε τραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τραφεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τρέφεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) θρέψου
(εσείς) τραφείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τρέφοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας θρέψει
Μετοχή παρακειμένου
θρεμμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
θρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τραφεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.