to tremble, shake, shiver
Πλήρης κλίση του ρήματος τρέμω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τρέμω
εσύ τρέμεις
αυτός/αυτή/αυτό τρέμει
εμείς τρέμουμε
εσείς τρέμετε
αυτοί/αυτές/αυτά τρέμουν / τρέμουνε
Παρατατικός
εγώ έτρεμα
εσύ έτρεμες
αυτός/αυτή/αυτό έτρεμε
εμείς τρέμαμε
εσείς τρέματε
αυτοί/αυτές/αυτά έτρεμαν / τρέμαν / τρέμανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρέμω
εσύ θα τρέμεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τρέμει
εμείς θα τρέμουμε
εσείς θα τρέμετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τρέμουν / θα τρέμουνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τρέμετε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τρέμοντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.