to chirp, to chirrup, to tweet, to twitter
Πλήρης κλίση του ρήματος τιτιβίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τιτιβίζω
εσύ τιτιβίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τιτιβίζει
εμείς τιτιβίζουμε
εσείς τιτιβίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τιτιβίζουν / τιτιβίζουνε
Παρατατικός
εγώ τιτίβιζα
εσύ τιτίβιζες
αυτός/αυτή/αυτό τιτίβιζε
εμείς τιτιβίζαμε
εσείς τιτιβίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τιτίβιζαν / τιτιβίζαν / τιτιβίζανε
Αόριστος
εγώ τιτίβισα
εσύ τιτίβισες
αυτός/αυτή/αυτό τιτίβισε
εμείς τιτιβίσαμε
εσείς τιτιβίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τιτίβισαν / τιτιβίσαν / τιτιβίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τιτιβίζω
εσύ θα τιτιβίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τιτιβίζει
εμείς θα τιτιβίζουμε
εσείς θα τιτιβίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τιτιβίζουν / θα τιτιβίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τιτιβίσω
εσύ θα τιτιβίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τιτιβίσει
εμείς θα τιτιβίσουμε
εσείς θα τιτιβίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τιτιβίσουν / θα τιτιβίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τιτιβίσω
εσύ να τιτιβίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τιτιβίσει
εμείς να τιτιβίσουμε
εσείς να τιτιβίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τιτιβίσουν / τιτιβίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τιτιβίσει
εσύ έχεις τιτιβίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τιτιβίσει
εμείς έχουμε τιτιβίσει
εσείς έχετε τιτιβίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τιτιβίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τιτιβίσει
εσύ είχες τιτιβίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τιτιβίσει
εμείς είχαμε τιτιβίσει
εσείς είχατε τιτιβίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τιτιβίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τιτιβίσει
εσύ θα έχεις τιτιβίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τιτιβίσει
εμείς θα έχουμε τιτιβίσει
εσείς θα έχετε τιτιβίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τιτιβίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τιτίβιζε
(εσείς) τιτιβίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τιτίβισε
(εσείς) τιτιβίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τιτιβίζοντας / έχοντας τιτιβίσει
Απαρέμφατο
τιτιβίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.