Κλίση του ρήματος τηρώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τηρώ
to abide (by), to adhere (to), to comply (with), to keep (to), to observe, to respect, to stick (to) (to follow or obey the custom, practice, or rules; to act i
Πλήρης κλίση του ρήματος τηρώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τηρώ
εσύ τηρείς
αυτός/αυτή/αυτό τηρεί
εμείς τηρούμε
εσείς τηρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά τηρούν / τηρούνε

Παρατατικός

εγώ τηρούσα
εσύ τηρούσες
αυτός/αυτή/αυτό τηρούσε
εμείς τηρούσαμε
εσείς τηρούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τηρούσαν / τηρούσανε

Αόριστος

εγώ τήρησα
εσύ τήρησες
αυτός/αυτή/αυτό τήρησε
εμείς τηρήσαμε
εσείς τηρήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τήρησαν / τηρήσαν / τηρήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τηρώ
εσύ θα τηρείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τηρεί
εμείς θα τηρούμε
εσείς θα τηρείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τηρούν / θα τηρούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τηρήσω
εσύ θα τηρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τηρήσει
εμείς θα τηρήσουμε
εσείς θα τηρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τηρήσουν / θα τηρήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τηρήσω
εσύ να τηρήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τηρήσει
εμείς να τηρήσουμε
εσείς να τηρήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τηρήσουν / τηρήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τηρήσει
εσύ έχεις τηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τηρήσει
εμείς έχουμε τηρήσει
εσείς έχετε τηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τηρήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τηρήσει
εσύ είχες τηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τηρήσει
εμείς είχαμε τηρήσει
εσείς είχατε τηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τηρήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τηρήσει
εσύ θα έχεις τηρήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τηρήσει
εμείς θα έχουμε τηρήσει
εσείς θα έχετε τηρήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τηρήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τηρείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τήρησε
(εσείς) τηρήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τηρούμαι
εσύ τηρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό τηρείται
εμείς τηρούμαστε
εσείς τηρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά τηρούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό τηρούνταν / τηρείτο
εμείς τηρούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τηρούνταν / τηρούντο

Αόριστος

εγώ τηρήθηκα
εσύ τηρήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό τηρήθηκε
εμείς τηρηθήκαμε
εσείς τηρηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τηρήθηκαν / τηρηθήκαν / τηρηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τηρούμαι
εσύ θα τηρείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τηρείται
εμείς θα τηρούμαστε
εσείς θα τηρείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τηρούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τηρηθώ
εσύ θα τηρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τηρηθεί
εμείς θα τηρηθούμε
εσείς θα τηρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τηρηθούν / θα τηρηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τηρηθώ
εσύ να τηρηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να τηρηθεί
εμείς να τηρηθούμε
εσείς να τηρηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τηρηθούν / τηρηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τηρηθεί
εσύ έχεις τηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τηρηθεί
εμείς έχουμε τηρηθεί
εσείς έχετε τηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τηρηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τηρηθεί
εσύ είχες τηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τηρηθεί
εμείς είχαμε τηρηθεί
εσείς είχατε τηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τηρηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τηρηθεί
εσύ θα έχεις τηρηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τηρηθεί
εμείς θα έχουμε τηρηθεί
εσείς θα έχετε τηρηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τηρηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) τηρείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τηρήσου
(εσείς) τηρηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τηρώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας τηρήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

τηρούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

τηρημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

τηρήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

τηρηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.