to make square
Πλήρης κλίση του ρήματος τετραγωνίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τετραγωνίζω
εσύ τετραγωνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τετραγωνίζει
εμείς τετραγωνίζουμε
εσείς τετραγωνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγωνίζουν / τετραγωνίζουνε
Παρατατικός
εγώ τετραγώνιζα
εσύ τετραγώνιζες
αυτός/αυτή/αυτό τετραγώνιζε
εμείς τετραγωνίζαμε
εσείς τετραγωνίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγώνιζαν / τετραγωνίζαν / τετραγωνίζανε
Αόριστος
εγώ τετραγώνισα
εσύ τετραγώνισες
αυτός/αυτή/αυτό τετραγώνισε
εμείς τετραγωνίσαμε
εσείς τετραγωνίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγώνισαν / τετραγωνίσαν / τετραγωνίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τετραγωνίζω
εσύ θα τετραγωνίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τετραγωνίζει
εμείς θα τετραγωνίζουμε
εσείς θα τετραγωνίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τετραγωνίζουν / θα τετραγωνίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τετραγωνίσω
εσύ θα τετραγωνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τετραγωνίσει
εμείς θα τετραγωνίσουμε
εσείς θα τετραγωνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τετραγωνίσουν / θα τετραγωνίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τετραγωνίσω
εσύ να τετραγωνίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τετραγωνίσει
εμείς να τετραγωνίσουμε
εσείς να τετραγωνίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τετραγωνίσουν / τετραγωνίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τετραγωνίσει
εσύ έχεις τετραγωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τετραγωνίσει
εμείς έχουμε τετραγωνίσει
εσείς έχετε τετραγωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τετραγωνίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τετραγωνίσει
εσύ είχες τετραγωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τετραγωνίσει
εμείς είχαμε τετραγωνίσει
εσείς είχατε τετραγωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τετραγωνίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τετραγωνίσει
εσύ θα έχεις τετραγωνίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τετραγωνίσει
εμείς θα έχουμε τετραγωνίσει
εσείς θα έχετε τετραγωνίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τετραγωνίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τετραγώνιζε
(εσείς) τετραγωνίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τετραγώνισε
(εσείς) τετραγωνίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τετραγωνίζομαι
εσύ τετραγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τετραγωνίζεται
εμείς τετραγωνιζόμαστε
εσείς τετραγωνίζεστε / τετραγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγωνίζονται
Παρατατικός
εγώ τετραγωνιζόμουν / τετραγωνιζόμουνα
εσύ τετραγωνιζόσουν / τετραγωνιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τετραγωνιζόταν / τετραγωνιζότανε
εμείς τετραγωνιζόμασταν / τετραγωνιζόμαστε
εσείς τετραγωνιζόσασταν / τετραγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγωνίζονταν / τετραγωνιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ τετραγωνίστηκα
εσύ τετραγωνίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τετραγωνίστηκε
εμείς τετραγωνιστήκαμε
εσείς τετραγωνιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τετραγωνίστηκαν / τετραγωνιστήκαν / τετραγωνιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τετραγωνίζομαι
εσύ θα τετραγωνίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τετραγωνίζεται
εμείς θα τετραγωνιζόμαστε
εσείς θα τετραγωνίζεστε / θα τετραγωνιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τετραγωνίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τετραγωνιστώ
εσύ θα τετραγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τετραγωνιστεί
εμείς θα τετραγωνιστούμε
εσείς θα τετραγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τετραγωνιστούν / θα τετραγωνιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τετραγωνιστώ
εσύ να τετραγωνιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τετραγωνιστεί
εμείς να τετραγωνιστούμε
εσείς να τετραγωνιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τετραγωνιστούν / τετραγωνιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τετραγωνιστεί
εσύ έχεις τετραγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τετραγωνιστεί
εμείς έχουμε τετραγωνιστεί
εσείς έχετε τετραγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τετραγωνιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τετραγωνιστεί
εσύ είχες τετραγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τετραγωνιστεί
εμείς είχαμε τετραγωνιστεί
εσείς είχατε τετραγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τετραγωνιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τετραγωνιστεί
εσύ θα έχεις τετραγωνιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τετραγωνιστεί
εμείς θα έχουμε τετραγωνιστεί
εσείς θα έχετε τετραγωνιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τετραγωνιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τετραγωνίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τετραγωνίσου
(εσείς) τετραγωνιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τετραγωνίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τετραγωνίσει
Μετοχή παρακειμένου
τετραγωνισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τετραγωνίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τετραγωνιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.