Κλίση του ρήματος τεμπελιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

τεμπελιάζω
to idle
Πλήρης κλίση του ρήματος τεμπελιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ τεμπελιάζω
εσύ τεμπελιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό τεμπελιάζει
εμείς τεμπελιάζουμε
εσείς τεμπελιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμπελιάζουν / τεμπελιάζουνε

Παρατατικός

εγώ τεμπέλιαζα
εσύ τεμπέλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό τεμπέλιαζε
εμείς τεμπελιάζαμε
εσείς τεμπελιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμπέλιαζαν / τεμπελιάζαν / τεμπελιάζανε

Αόριστος

εγώ τεμπάλιασα
εσύ τεμπάλιασες
αυτός/αυτή/αυτό τεμπάλιασε
εμείς τεμπαλιάσαμε
εσείς τεμπαλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμπάλιασαν / τεμπαλιάσαν / τεμπαλιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα τεμπελιάζω
εσύ θα τεμπελιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμπελιάζει
εμείς θα τεμπελιάζουμε
εσείς θα τεμπελιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμπελιάζουν / θα τεμπελιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα τεμπαλιάσω
εσύ θα τεμπαλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμπαλιάσει
εμείς θα τεμπαλιάσουμε
εσείς θα τεμπαλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμπαλιάσουν / θα τεμπαλιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να τεμπαλιάσω
εσύ να τεμπαλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τεμπαλιάσει
εμείς να τεμπαλιάσουμε
εσείς να τεμπαλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τεμπαλιάσουν / τεμπαλιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω τεμπαλιάσει
εσύ έχεις τεμπαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τεμπαλιάσει
εμείς έχουμε τεμπαλιάσει
εσείς έχετε τεμπαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τεμπαλιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα τεμπαλιάσει
εσύ είχες τεμπαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τεμπαλιάσει
εμείς είχαμε τεμπαλιάσει
εσείς είχατε τεμπαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τεμπαλιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω τεμπαλιάσει
εσύ θα έχεις τεμπαλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τεμπαλιάσει
εμείς θα έχουμε τεμπαλιάσει
εσείς θα έχετε τεμπαλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τεμπαλιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) τεμπέλιαζε
(εσείς) τεμπελιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) τεμπάλιασε
(εσείς) τεμπαλιάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

τεμπελιάζοντας / έχοντας τεμπαλιάσει

Απαρέμφατο

τεμπαλιάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.