to cut into pieces
Πλήρης κλίση του ρήματος τεμαχίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τεμαχίζω
εσύ τεμαχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό τεμαχίζει
εμείς τεμαχίζουμε
εσείς τεμαχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμαχίζουν / τεμαχίζουνε
Παρατατικός
εγώ τεμάχιζα
εσύ τεμάχιζες
αυτός/αυτή/αυτό τεμάχιζε
εμείς τεμαχίζαμε
εσείς τεμαχίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμάχιζαν / τεμαχίζαν / τεμαχίζανε
Αόριστος
εγώ τεμάχισα
εσύ τεμάχισες
αυτός/αυτή/αυτό τεμάχισε
εμείς τεμαχίσαμε
εσείς τεμαχίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμάχισαν / τεμαχίσαν / τεμαχίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τεμαχίζω
εσύ θα τεμαχίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμαχίζει
εμείς θα τεμαχίζουμε
εσείς θα τεμαχίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμαχίζουν / θα τεμαχίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τεμαχίσω
εσύ θα τεμαχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμαχίσει
εμείς θα τεμαχίσουμε
εσείς θα τεμαχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμαχίσουν / θα τεμαχίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τεμαχίσω
εσύ να τεμαχίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να τεμαχίσει
εμείς να τεμαχίσουμε
εσείς να τεμαχίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να τεμαχίσουν / τεμαχίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τεμαχίσει
εσύ έχεις τεμαχίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει τεμαχίσει
εμείς έχουμε τεμαχίσει
εσείς έχετε τεμαχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τεμαχίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τεμαχίσει
εσύ είχες τεμαχίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε τεμαχίσει
εμείς είχαμε τεμαχίσει
εσείς είχατε τεμαχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τεμαχίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τεμαχίσει
εσύ θα έχεις τεμαχίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τεμαχίσει
εμείς θα έχουμε τεμαχίσει
εσείς θα έχετε τεμαχίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τεμαχίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) τεμάχιζε
(εσείς) τεμαχίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τεμάχισε
(εσείς) τεμαχίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ τεμαχίζομαι
εσύ τεμαχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό τεμαχίζεται
εμείς τεμαχιζόμαστε
εσείς τεμαχίζεστε / τεμαχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμαχίζονται
Παρατατικός
εγώ τεμαχιζόμουν / τεμαχιζόμουνα
εσύ τεμαχιζόσουν / τεμαχιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό τεμαχιζόταν / τεμαχιζότανε
εμείς τεμαχιζόμασταν / τεμαχιζόμαστε
εσείς τεμαχιζόσασταν / τεμαχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμαχίζονταν / τεμαχιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ τεμαχίστηκα
εσύ τεμαχίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό τεμαχίστηκε
εμείς τεμαχιστήκαμε
εσείς τεμαχιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά τεμαχίστηκαν / τεμαχιστήκαν / τεμαχιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τεμαχίζομαι
εσύ θα τεμαχίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμαχίζεται
εμείς θα τεμαχιζόμαστε
εσείς θα τεμαχίζεστε / θα τεμαχιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμαχίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τεμαχιστώ
εσύ θα τεμαχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα τεμαχιστεί
εμείς θα τεμαχιστούμε
εσείς θα τεμαχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα τεμαχιστούν / θα τεμαχιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να τεμαχιστώ
εσύ να τεμαχιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να τεμαχιστεί
εμείς να τεμαχιστούμε
εσείς να τεμαχιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να τεμαχιστούν / τεμαχιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω τεμαχιστεί
εσύ έχεις τεμαχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει τεμαχιστεί
εμείς έχουμε τεμαχιστεί
εσείς έχετε τεμαχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν τεμαχιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα τεμαχιστεί
εσύ είχες τεμαχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε τεμαχιστεί
εμείς είχαμε τεμαχιστεί
εσείς είχατε τεμαχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν τεμαχιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω τεμαχιστεί
εσύ θα έχεις τεμαχιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει τεμαχιστεί
εμείς θα έχουμε τεμαχιστεί
εσείς θα έχετε τεμαχιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν τεμαχιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) τεμαχίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) τεμαχίσου
(εσείς) τεμαχιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
τεμαχίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας τεμαχίσει
Μετοχή παρακειμένου
τεμαχισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
τεμαχίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
τεμαχιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.